Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ασώπαστος
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ασώπαστος -η -ο [asópastos] Ε5 : (λαϊκότρ.) 1. που συνεχώς μιλάει, που δε σωπαίνει καθόλου· φλύαρος, πολυλογάς: ~ άνθρωπος. 2. για ήχο συνεχή, παρατεταμένο, που δε σταματάει: ~ θρήνος / θόρυβος. Aσώπαστη κουβέντα. Aσώπαστο τραγούδι. ασώπαστα ΕΠIΡΡ: Tο μωρό κλαίει / τα πουλιά κελαηδούν ~.

[α- 1 σωπασ- (σωπαίνω) -τος]

[Λεξικό Γεωργακά]
ασώπαστος, -η, -ο [asόpastos]
  • ① incapable of being silenced, unsilenceable, not silent (syn in ασίγαστος 1, ant σωπασμένος):
    • ~ |
    • ασώπαστη βουή, χλαλοή |
    • ασώπαστα πουλιά, τουφέκια |
    • η φωνή της P. σηκωνόταν ασώπαστη μέσα από την ομίχλη των αιώνων (Myriv) |
    • στήσαμε ολόγυρά του θρήνον ασώπαστο (Panagiotop) |
    • θαρρείς πως ο ~ βρόντος των σιδερικών του τρένου τα 'χει γεράσει αυτά τα σπίτια (Karantonis) |
    • poem .. ο γεροπεύκος μας τραγουδιστάδες είχε | το καλοκαίρι ασώπαστους κλ (Vlastos) |
    • ύπνος βαθύς εκοίμισε το ασώπαστό μου κλάμα (Zotos)
  • ② incessant, unremitting, continuous (syn in ασίγαστος 2):
    • ασώπαστη ανησυχία, λύπη, πίκρα |
    • ένοιωθε μ' όλα αυτά ένα ασώπαστο πείσμα μέσα του (Myriv) |
    • η στεναχώρια κι η φτώχεια μάς παιδεύαν ασώπαστες (Panagiotop) |
    • οι καλλιτέχνες οι ίδιοι πάλευαν με ασώπαστες φουρτούνες (Chatzinis) |
    • poem έγραφα στίχους οργισμένους | για τους ασώπαστους πολέμους (Ritsos) |
    • .. ποια πρόφαση μπορεί για λίγο ν' απαλύνει | τον πόνο τον ασώπαστο, που σα λυγμός με πνίγει; (Kotzioulas)
  • ③ unquenchable, insatiable, irrepressible (syn in ασίγαστος 3):
    • ο ~ |
    • περνούσε η λαχτάρα .. η ασώπαστη τ' ανθρώπου για ένα καινούργιο μυστικό (Plaskovitis)

[fr postmed (Somavera) ασώπαστος, cpd w. σωπαστός der of which is σωπαστ-ικός (: σωπάζω)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες