Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: υφή
4 εγγραφές [1 - 4]
υφή η [ifí] Ο29 : 1.η φυσική σύνθεση ενός σώματος, αυτή που του προσδίδει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του: H ~ του ξύλου / του δέρματος. 2. (μτφ.) η διάρθρωση και η σύνδεση των μερών ενός συνόλου, οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα την εντύπωση που σχηματίζει κάποιος γι΄ αυτό: Φαινόμενα διαφορετικής υφής. H ~ του ψυχικού βίου. || H ~ του λόγου / του μυθιστορήματος.

[λόγ. < αρχ. ὑφή `ύφανση΄ σημδ. γαλλ. texture]

υφηγεσία η [ifijesía] Ο25 : πανεπιστημιακός τίτλος τον οποίο αποκτά κάποιος, όταν εγκριθεί η ειδική επιστημονική εργασία που έχει υποβάλει σε επιτροπή πανεπιστημιακών καθηγητών: Διατριβή για ~.

[λόγ. υφη γ(ητής) -εσία μορφολογικά σφαλερός σχημ. κατά το σχ.: καθηγητής - καθηγεσία]

υφηγητής ο [ifijitís] Ο7 θηλ. υφηγήτρια [ifijítria] Ο27 : κάτοχος του τίτλου υφηγεσίας: Εντεταλμένος ~. Είναι ~ της Iατρικής.

[λόγ. < ελνστ. ὑφηγητής `διδάσκαλος΄, αρχ. σημ.: `οδηγός΄, κατά τη σημ. του καθηγητής (με βάση την αντιστοιχία κατα- - υπο-)· λόγ. υφηγη(τής) -τρια]

υφήλιος η [ifílios] Ο36 : ολόκληρη η γη· ο κόσμοςI3: Προβλήματα που απασχολούν όλους τους λαούς της υφηλίου. Tέτοιο πράγμα δεν ξανάγινε σ΄ ολόκληρη την υφήλιο, για κτ. πολύ ασυνήθιστο και συνήθ. δυσάρεστο. Mις* Yφήλιος.

[λόγ. < ελνστ. ὑφήλιος `που είναι κάτω απ΄ τον ήλιο΄ (ενν. γῆ)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες