Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πούπουλο
1 εγγραφή
πούπουλο το [púpulo] Ο41 : I1. το μαλακό χνουδωτό φτέρωμα των πτηνών: Έβρασε την κότα και μετά άρχισε να μαδάει τα φτερά και τα πούπουλά της. Mε τα πούπουλα της χήνας γεμίζουν μαξιλάρια και στρώμα τα. Aρρώστησε το πουλί κι έπεσαν τα πούπουλά του. (έκφρ.) σαν ~, για κτ. πολύ ελαφρό: Σήκωνε τα σακιά του τσιμέντου σαν ~, σαν να ήταν από πούπουλο. ΦΡ στα πούπουλα, σε συνθήκες μεγάλης άνεσης, περιποίησης, πολυτέλειας: Mεγάλωσε / ανατράφηκε στα πούπουλα. Tη γυναίκα που θα πάρω θα την έχω στα πούπουλα. 2. (μτφ.) για κτ. πολύ ελαφρό: Οι βαριές σιδερένιες μπάλες ήταν ~ στα δυνατά του χέρια. II. ξεσκονιστήρι φτιαγμένο από πούπουλα· (πρβ. φτερό).

[ίσως ιταλ. (διαλεκτ.) puppolo `μπούφος΄ εξαιτίας των μαλακών φτερών του πουλιού ( [o > u] από επίδρ. του χειλ. [p] και του [l] )]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες