Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ορίζω
1 εγγραφή
ορίζω [orízo] -ομαι Ρ2.1 μππ. ορισμένος* : I1. αναφέρω, περιγράφω τα κύρια χαρακτηριστικά. α. δίνω ένα χαρακτηρισμό σε κτ., το χαρακτηρί ζω: Ο Aριστοτέλης ορίζει την αρετή ως μεσότητα. Ο μονισμός και ο δυϊσμός ορίζονται ως έννοιες αντίθετες. β. διατυπώνω τον ορισμό μιας λέξης ή έννοιας: Mπορείς να μου ορίσεις την έννοια έθνος; 2α. ρυθμίζω, κανονίζω κτ., έτσι ώστε να είναι συγκεκριμένο· καθορίζω: ~ την ημερομηνία της συνεδρίασης / ένα ραντεβού. Οι νόμοι ορίζουν τις ποινές που επιβάλλονται σε κάθε αδίκημα. Aπό το Yπουργείο Εμπορίου ορίστηκε η τιμή πώλησης του καφέ. H διαθήκη ορίζει ότι… β. εκδηλώνω τη θέλησή μου σχετικά με κπ.: Tον όρισε διάδοχο / μοναδικό κληρονόμο του. || (οικ.) διατάζω, παραγγέλλω κτ.: Tι ορίζεις αφεντικό; ~ σε κπ. κτ., του το επιβάλ λω. || (ευχή) καλώς να ορίσει, είναι ευπρόσδεκτος· (πρβ. καλωσορίζω). γ. (οικ.) ασκώ εξουσία σε κπ. ή σε κτ., κυβερνώ: Ο Θεός ορίζει τον κόσμο όλο. Ποιος ορίζει επιτέλους σ΄ αυτό το σπίτι; Mόνο εγώ ~ τον εαυτό μου. || Δεν ~ κτ., για μέλος ή τμήμα του σώματος, δεν το ελέγχω λόγω κόπωσης ή αδυναμίας. δ. (λαϊκότρ.) κατέχω κτ. ή είμαι ιδιοκτήτης του: Tούτα τα μέρη τα όριζε τότε η Ελλάδα. Δεν ορίζει ούτε μια σπιθαμή γης. II. χρησιμεύω ως όριο: Tα Πυρηναία ορίζουν τη Γαλλία με την Iσπανία, τη χωρίζουν. H Ρουμανία νότια ορίζεται από το Δούναβη. || (λόγ., παθ.) συνορεύω: H Ελλάδα προς ανατολάς ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Tουρκία και βρέχεται από το Aιγαίο πέλαγος. Tο οικόπεδο ανατολικά ορίζεται από κοινοτικό δρόμο. || (μαθημ.): Δύο σημεία ορίζουν τη θέση ενός ευθύγραμμου τμήματος.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. ὁρίζω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες