Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: νευρώνας
1 εγγραφή
νευρώνας ο [nevrónas] Ο2 : (ανατ.) το νευρικό κύτταρο και οι αποφύσεις του.

[λόγ. νευρ(ών) -ώνας < γαλλ. neuron < αρχ. νεῦρ(ον) -on]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες