Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μοτοσικλέτα
1 εγγραφή
μοτοσικλέτα η [motosikléta] Ο25 : δίκυκλο ή σπανιότερα τρίκυκλο μηχανοκίνητο όχημα μεγαλύτερης ιπποδύναμης από το μοτοποδήλατο: ~ μικρού / μεγάλου κυβισμού. Aγώνες μοτοσικλέτας.

[γαλλ. motocyclett(e) (-cycle- κύκλος)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες