Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ζάρι
3 εγγραφές [1 - 3]
ζάρι το [zári] Ο44 : α. μικρός κύβος που σε κάθε πλευρά του φέρει από μία έως έξι κουκκίδες και χρησιμοποιείται σε τυχερά ή επιτραπέζια παιχνίδια: Ρίχνω τα ζάρια. Έριξα τα ζάρια και έφερα δύο κι άσο. ΦΡ τσιμπώ τα ζάρια, τα ρίχνω τεχνηέντως, ώστε να επιτύχω τον επιθυμητό συνδυασμό και να εξαπατήσω το συμπαίκτη μου. παίζω κτ. στα ζάρια, το διακυβεύω. β. (πληθ.) είδος τυχερού παιχνιδιού που παίζεται με ζάρια: Έχασε όλες του τις οικονομίες στα ζάρια.

[μσν. ζάρι(ν) < αζάρι(ο)ν (με αποβ. του αρχικού άτ. φων. από συμπροφ. με το άρθρο στον πληθ. και ανασυλλ.: [ta-aza > taza > ta-za] ) < αραβ. αz-zahr `τα ζάρια΄ -ιον]

ζαριά η [zarjá] Ο24 : το κάθε ρίξιμο των ζαριών και ο συνδυασμός που επιτυγχάνεται: Mε δύο ζαριές πήρε πίσω όλα τα χαμένα. Kαλή / κακή ~.

[ζάρ(ι) -ιά]

ζαρίφης ο [zarífis] Ο11 θηλ. ζαρίφισσα [zarífisa] Ο27α : (λαϊκότρ., για πρόσ.) κομψός, λεπτός, ευγενικός στους τρόπους.

[τουρκ. zarif -ης· ζαρίφ(ης) -ισσα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες