Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: δωρικός
1 εγγραφή
δωρικός -ή -ό [δorikós] Ε1 : 1α. που ανήκει στους Δωριείς, που προέρχεται, αποτελείται ή χρησιμοποιείται από αυτούς: Δωρικές αποικίες. Δωρικά φύλα. Δωρική διάλεκτος. || (ως ουσ.) η δωρική, η δωρική διάλεκτος: Διαφορές της δωρικής σε σχέση με τις υπόλοιπες αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. β. (αρχιτ.) ~ ρυθμός, ο παλαιότερος ρυθμός στην αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική, που χαρακτηρίζεται από τη λιτότητα των γραμμών του, η οποία τον κάνει αυστηρό και βαρύ σε αντίθεση με τον ιωνικό ρυθμό που είναι ελαφρύς και χαριτωμένος. || που είναι δωρικού ρυθμού: ~ κίονας. Δωρικό κιονόκρανο. γ. (γλωσσ., φιλολ.) που αναφέρεται στη δωρική διάλεκτο ή που προέρχεται από αυτή: Δωρικές λέξεις. Δωρικοί τύποι. Δωρικές επιγραφές, σε δωρική διάλεκτο. 2. (μτφ.) που τον χαρακτηρίζει η μεγαλοπρέπεια και συνάμα η λιτότητα του δωρικού ρυθμού, στη μορφή ή στην έκφρασή του: Nοήματα διατυπωμένα με δωρική λιτότητα. Aγέρωχος και στιβαρός σαν ~ κίονας.

[λόγ. < αρχ. δωρικός (1β: σημδ. γαλλ. ordre dorique & γερμ. dorischer Stil)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες