Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: δυνατός
1 εγγραφή
δυνατός -ή -ό [δinatós] Ε1 : 1α. (για άνθρ. ή ζώο) που έχει σωματική δύναμη, που μπορεί να εκτελέσει ένα έργο το οποίο απαιτεί μεγάλη σωματική προσπάθεια· γερός: Είναι πολύ ~. Έχει δυνατό σώμα / δυνατά χέρια. Tο άλογο έχει δυνατά πόδια. Γερός (και) ~, για να τονιστεί η σωματική υγεία κάποιου. || (για όργανο ή λειτουργία του οργανισμού) πολύ ανθεκτικός: Γερή καρδιά / μνήμη. Γερά νεύρα. β. (για πρόσ.) β1. που μπορεί να αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις χωρίς να υποχωρεί: ~ άνθρωπος / χαρακτήρας. || (ως ουσ.) οι δυνατοί: Στη ζωή πετυχαίνουν οι δυνατοί. || (για ψυχική εκδήλωση) ακλόνητος: Δυνατή θέληση / πίστη. β2. που είναι πολύ ικανός σε κπ. τομέα γνώσης, κυρίως για εκπαιδευόμενο· γερός: Είναι ~ στα μαθηματικά / στα αρχαία. 2α. για κτ. που ερεθίζει πολύ τις αισθήσεις. ANT ελαφρός: ~ πόνος / θόρυβος. Δυνατή γεύση / μυρωδιά. Δυνατό φως. ANT αδύνατο. β. για συναίσθημα πολύ έντονο: ~ έρωτας. Δυνατό μίσος. Ένιωσε κάτι πολύ δυνατό. γ. για φυσικό φαινόμενο που παρουσιάζεται με μεγάλη ένταση: ~ αέρας. Δυνατή βροχή. Δυνατό κρύο. 3α. για κινητήρα που έχει μεγάλη απόδοση: Tο αυτοκίνητο έχει πολύ δυνατή μηχανή. β. που απαιτεί μεγάλη δύναμη για να γίνει: Δυνατή πίεση. Δυνατό χτύπημα. γ. για διάλυμα του οποίου το κύριο συστατικό βρίσκεται σε μεγάλη αναλογία· βαρύς7: ~ καφές. Δυνατό τσάι / κρασί. Δυνατό φάρμακο, ισχυρό. 4. για κτ. που μπορεί, κάτω από ορισμένες συνθήκες ή προϋποθέσεις, να πραγματοποιηθεί ή να υπάρξει. ANT αδύνατος: Aυτή η εξέλιξη δεν είναι πιθανή είναι όμως δυνατή. Εξετάστηκαν όλες οι δυνατές λύσεις. Δεν έγινε δυνατή η συμμετοχή του στο συνέδριο. Θα κάνω ό,τι είναι δυνατό. Aν είναι δυνατό, μη φωνάζεις / έλα κτλ., ευγενική διατύπωση κάποιας επιθυμίας μας. || σε επιφωνηματική πρόταση που δηλώνει έκπληξη, απορία για κτ. που έγινε ή που θα γίνει: Δεν / αν είναι δυνατό(ν)! (Mα) είναι δυνατό(ν); Πώς είναι δυνατό(ν) να σκεφτείς / να πεις / να κάνεις κτ. τέτοιο; (έκφρ.) κάνω τα αδύνατα δυνατά, πετυχαίνω κτ. πολύ δύσκολο. || πιθανός: Tα πάντα είναι δυνατά. || (ως ουσ.) το δυνατό, στις εκφράσεις όσο το δυνατό(ν) (και συγκριτικό επιρρήματος): Θα έρθω όσο το δυνατό νωρίτερα, όσο μπορώ νωρίτερα. το (και συγκριτικό επιθέτου) δυνατό: Έκανα το καλύτερο δυνατό, ό,τι καλύτερο ήταν δυνατό να γίνει. κατά το δυνατό(ν), όσο είναι δυνατό να γίνει κτ.: Θα περιοριστούν οι δαπάνες κατά το δυνατό(ν). στο μέτρο του δυνατού, όσο το επιτρέπουν οι υπάρχουσες συνθήκες: Έγιναν προσπάθειες να πετύχουμε στο μέτρο του δυνατού. (απαρχ.) ει* δυνατόν. ΦΡ βάζω τα δυνατά μου, καταβάλλω κάθε δυνατή προσπάθεια, για να πετύχω τα καλύτερα. 5. (γραμμ.) ~ τύπος μιας προσωπικής αντωνυμίας, η πλήρης μορφή της που έχει περισσότερες συλλαβές και που προφέρεται τονισμένη. ANT αδύνατος: Οι τύποι “εμένα”, “εμάς” της προσωπικής αντωνυμίας ονομάζονται δυνατοί. δυνατά ΕΠIΡΡ: Tου έσφιξε ~ το χέρι / τον αγάπησε πολύ ~, με δύναμη. Tα λουλούδια μυρίζουν ~ / ο θόρυβος ακούγεται πολύ ~, έντονα. Ο αέρας φυσάει ~. Bρέχει ~.

[1-3: αρχ. δυνατός· 4: λόγ. < αρχ. δυνατός· 5: λόγ. σημδ. του ισχυρός]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες