Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αυτάρκης
1 εγγραφή
αυτάρκης -ης -ες [aftárkis] Ε11α : που με τις δικές του μόνο δυνάμεις, χωρίς τη συνδρομή άλλου, μπορεί να έχει όσα του είναι αναγκαία: ~ χώρα / οικονομία, που παράγει όσα είναι αναγκαία για τη διατροφή του πληθυσμού της, οικονομικά ανεξάρτητος. H χώρα μας είναι ~ σε σιτηρά. ~ βιομηχανία, που μπορεί μόνη της να αναπτυχθεί. || που αρκείται σε όσα έχει· ολιγαρκής, λιτοδίαιτος.

[λόγ. < αρχ. αὐτάρκης]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες