Λεξικό της κοινής νεοελληνικής
| 5 εγγραφές [1 - 5] | << Πρώτο < Προηγούμενο Επόμενο > Τελευταίο >> |
- ανέκδοτο το [anékδoto] Ο40 : 1.επεισόδιο ή συμβάν που αναφέρεται σε ιστορικό πρόσωπο, αλλά η αλήθεια του δεν επιβεβαιώνεται από έγκυρες ιστορικές πηγές: Iστορικό ~. 2. διήγηση ευτράπελου και διασκεδαστικού επεισοδίου: Nόστιμο / πικάντικο / χαριτωμένο / γαργαλιστικό ~. Σκάσαμε στα γέλια από τα ανέκδοτα που έλεγε. ~ σόκιν, άσεμνο. ΦΡ είναι από άλλο ~, για κπ. ή για κτ. που καμία σχέση δεν έχει με ό,τι μας απασχολεί αυτή τη στιγμή.
[λόγ. ουσιαστικοπ. ουδ. του επιθ. ανέκδοτος σημδ. γαλλ. anecdote < ελνστ. ἀνέκδοτος]
- ανεκδοτολογία η [anekδotolojía] Ο25 : (συνήθ. μειωτ.) συγγραφή, αφήγηση ή συλλογή ιστορικών ανεκδότων.
[λόγ. ανεκδοτολόγ(ος) -ία]
- ανεκδοτολογικός -ή -ό [anekδotolojikós] Ε1 : που αναφέρεται ή ανήκει στην ανεκδοτολογία: Πληροφορίες ανεκδοτολογικού χαρακτήρα / περιεχομένου.
[λόγ. ανεκδοτολόγ(ος) -ικός]
- ανεκδοτολόγος ο [anekδotolóγos] Ο18 θηλ. ανεκδοτολόγος [anekδotolóγos] Ο35 : αυτός που του αρέσει και είναι ικανός να επινοεί και να διηγείται ανέκδοτα.
[λόγ. ανέκδοτ(ον) -ο- + -λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]
- ανέκδοτος -η -ο [anékδotos] Ε5 : (για κείμενα, έργα, επιστολές κτλ.) που δεν έχει εκδοθεί ή δημοσιευτεί: Aνέκδοτο χειρόγραφο / μυθιστόρημα / ποίημα / διήγημα. || (ως ουσ.) το ανέκδοτο*.
[λόγ. < ελνστ. ἀνέκδοτος, αρχ. σημ. (θηλ.): `ανύπαντρη΄]



