Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: χαίρω
1 εγγραφή
χαίρω [xéro] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : 1.σε λόγιες εκφράσεις. α. χαίρομαι: ~ πολύ (για τη γνωριμία), όταν μας συστήσουν σε κπ.· χαίρομαι πολύ. (ειρ.) ~ πολύ, για κτ. που δεν έγινε στην ώρα του ή όπως έπρεπε. β. απολαμβάνω κτ., έχω κτ.: ~ άκρας υγείας, είμαι πολύ καλά στην υγεία μου. ~ της εμπιστοσύνης / της εκτιμήσεως κάποιου / καλής φήμης, με εμπιστεύεται / με εκτιμά κάποιος: Πρόσωπα που χαίρουν της απόλυτης εμπιστοσύνης του πρωθυπουργού. 2. (ως χαιρετισμός) α. χαίρετε!, το απευθύνουμε σε ένα ή σε πολλά πρόσωπα. β. (λόγ.) χαίρε: Xαίρε Kεχαριτωμένη. ΦΡ χαίρε βάθος* αμέτρητο(ν). || (ως ουσ.) το χαίρε, ο χαιρετισμός: Tο ύστατο χαίρε, ο τελευταίος χαιρετισμός σε νεκρό. Tο χαίρε του Γαβριήλ προς τη Θεοτόκο.

[λόγ. < αρχ. χαίρω]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες