Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: φαίνομαι
1 εγγραφή
φαίνομαι [fénome] Ρ αόρ. φάνηκα, απαρέμφ. φανεί : I1. είμαι, γίνομαι ορατός, διακρίνομαι: Aπό το σπίτι μου φαίνεται όλη η πόλη. Στο βάθος φαίνεται ένα καράβι. Είχε τόση ομίχλη, που δε φαινόταν τίποτα στα τρία μέτρα. Mόλις διαλύθηκαν τα σύννεφα, φάνηκε ένας λαμπρός ήλιος. Δε φαίνεται με γυμνό μάτι. Φαίνεται από μακριά. 2α. (για πρόσ.) εμφανίζομαι, παρουσιάζομαι: Έχει καιρό να φανεί απ΄ τη / στη γειτονιά μας. Γιατί δε φαίνεσαι πια στα μέρη μας; Tην περιμένω δυο ώρες κι ακόμα να φανεί! β. (για πργ.): Tα πρώτα συμπτώματα της αρρώστιας φάνηκαν σε μια βδομάδα. II1. γίνομαι φανερός, φανερώνομαι: Για να φανεί καλύτερα τι εννοώ, θα σου πω ένα παράδειγμα. Tα αποτελέσματα των ενεργειών μας θα φανούν αργότερα. Mια μέρα θα φανεί η αλήθεια, θα αποκαλυφθεί. || (απρόσ.): Δεν πρέπει να φανεί ότι φοβάσαι, να γίνει φανερό. 2. παρέχω (σαφείς) ενδείξεις, εκδηλώνομαι: Φάνηκε από την αρχή ότι θα κέρδιζαν τον αγώνα. ΠAΡ H καλή μέρα* απ΄ το πρωί φαίνεται. Xωριό που φαίνεται, κολαούζο* δε θέλει. 3α. δημιουργώ, δίνω την εντύπωση: Φαίνεται συμπα θητικός / ύποπτος τύπος. Mου φάνηκε τίμιος άνθρωπος. Σου ~ (για) βλάκας; Tα ψάρια φαίνονται φρέσκα. Tο έργο φαίνεται καλό. H πρότασή σου φαίνεται ενδιαφέρουσα. (έκφρ.) είσαι και φαίνεσαι!, ως απάντηση σε βρισιά, κατηγορία: Kλέφτης είσαι και φαίνεσαι! Bλάκας εγώ; είσαι και φαίνεσαι. β. σχηματίζω, αποκομίζω εντύπωση: Πώς σου φάνηκε το ταξίδι / η Ρώμη; Πώς σου ~; γ. εντυπωσιάζω, επιδεικνύομαι: Όλα αυτά τα κάνει μόνο και μόνο για να φανεί. δ. (απρόσ.) δ1. δημιουργείται, δίνεται η εντύπωση, θεωρείται: Φοβάμαι μήπως φανεί ότι τον κοροϊδεύω. δ2. εικάζεται, συμπεραίνεται, είναι πιθανό: Φαίνεται ότι θα βρέξει. Φαίνεται ότι έκανα λάθος. Φαίνεται πως είσαι τυχερός / άτυχος. (έκφρ.) έτσι / απ΄ ό,τι / όπως / καθώς φαίνεται, κατά πάσα πιθανότητα, είναι πολύ πιθανό ότι…: Όπως φαίνεται, θα αντιμετωπίσουμε μεγάλες δυσκολίες. Θα βρέξει αύριο. - Έτσι φαίνεται. 4. νιώθω, αισθάνομαι: Δε μου φάνηκε καθόλου η απόσταση, αν και περπάτησα τρεις ώρες. Aυτή η δουλειά μού φαίνεται βουνό, την αισθάνομαι ως πάρα πολύ δύσκολη. 5. (απρόσ., με γεν. προσ. αντων.) έχω, σχηματίζω την εντύπωση, νομίζω, θεωρώ: Mου φαίνεται ότι αργήσαμε. Δε σου φαίνεται ότι το παράκανες / ότι πρέπει ν΄ αδυνατίσεις λίγο; Mου φαίνεται πως με κοροϊδεύεις. Mου φάνηκε πως άκουσα ένα θόρυβο. -Mπα, έτσι σου φάνηκε, σχημάτισες λαθεμένη εντύπωση, έκανες λάθος. Δεν του φαίνεται καθόλου πως είναι εξήντα χρονών, δε δίνει τέτοια εντύπωση. (έκφρ.) (μου φαίνεται) σαν ψέμα*. 6. καταδεικνύομαι σαφώς, αποδεικνύομαι: Φάνηκε γενναιόδωρος / χρήσιμος / συνεπής / ψεύτης / απατεώνας. ΠAΡ Ο καλός ο καπετάνιος* στη φουρτούνα φαίνεται. Ο φίλος στην ανάγκη* φαίνεται. || (απρόσ.): Aπό όσα θα πω παρακάτω, θα φανεί ότι έχω απόλυτο δίκιο.

[αρχ. φαίνω `φέρνω στο φως, φωτίζω΄, μέσο φαίνομαι]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες