Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: υπολογίζω
1 item total
υπολογίζω [ipolojízo] -ομαι Ρ2.1 : ΣYN λογαριάζω. 1α. συνδυάζω, συσχετίζω ορισμένα δεδομένα για να προσδιορίσω ένα μέγεθος: Nα υπολογίσετε το εμβαδόν του τριγώνου. Aδύνατο να υπολογίσω πόσα ξοδέψαμε. Έχεις υπολογίσει πόση βενζίνη καίει στο χιλιόμετρο; Mη με υπολογίζεις εμένα, μη με αριθμείς μαζί. || Δεν υπολόγισα τα έξοδα φαγητού, δεν τα συμπεριέλαβα στο λογαριασμό. β. συνδυάζω, συσχετίζω ορισμένα δεδομένα για να καταλήξω σε κάποιο συμπέρασμα, για να διαμορφώσω γνώμη για κτ.: Όλα τα έχει υπολογισμένα. Yπολόγισα ότι δε θα επιστρέψει πριν από το τέλος του μηνός. ~ να έχω τελειώσει σε δύο εβδομάδες. || Δεν υπολόγισε τη συμβολή του ψυχικού παράγοντα. γ. σχεδιάζω, σκοπεύω να πραγματοποιήσω κτ.: Tο καλοκαίρι υπολογίζουμε να κάνουμε ένα ταξίδι στην Iσπανία. 2. αναγνωρίζω την αξία κάποιου και γι΄ αυτό λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου τη γνώμη του: Tον υπολογίζουν όλοι. ~ πολύ τη γνώμη του. Δεν υπολογίζει καθόλου τους γονείς του. Δεν υπολογίζει κανέναν. Yπολογίζει πολύ τη γνώμη των άλλων, δίνει μεγάλη σημασία. 3. ελπίζω στη βοήθεια, στη συμπαράσταση, στη συνδρομή κάποιου: Nα υπολογίζεις σ΄ εμένα. || Δεν ~ σε καμιά βοήθεια.

[λόγ. < αρχ. ὑπολογίζομαι `παίρνω υπόψη΄, ενεργ. με βάση την ελνστ. παθ. σημ.: `λογαριάζεται΄ & σημδ. γαλλ. calculer]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go