Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: συντηρητικός
1 item total
συντηρητικός -ή -ό [sindiritikós] Ε1 : I1.ANT προοδευτικός. α. που διαφυλάσσει την παράδοση ή που είναι υπέρ της διαφύλαξής της σε όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας και που αντιμετωπίζει με επιφύλαξη κάθε νεωτερισμό: ~ χαρακτήρας. Συντηρητική νοοτροπία / κοινωνία. Συντηρητικές απόψεις. || (μειωτ.) οπισθοδρομικός, αντιδραστικός. β. (ειδικότ.) που εκπροσωπεί ή υποστηρίζει τις παραπάνω απόψεις στον πολιτικό τομέα: Συντηρητικό κόμμα. Συντηρητική ιδεολογία / κυβέρνηση / εφημερίδα. Συντηρητικοί ψηφοφόροι. || (ως ουσ.) ο συντηρητικός, πολιτικός ή οπαδός συντηρητικού κόμματος: Kυβέρνηση συντηρητικών. 2α. που ενεργεί με περίσκεψη και με μέτρο, που αποφεύγει την υπερβολή και τις ριψοκίνδυνες ενέργειες. β. που ταιριάζει σε ένα συντηρητικό άνθρωπο ή που γίνεται από αυτόν: Kάνω πολύ συντηρητική ζωή. Συντηρητικά έξοδα. II. που είναι κατάλληλος για τη διατήρηση τροφίμων ή άλλων φυσικών ουσιών. || (ως ουσ.) το συντηρητικό, καθεμιά από τις χημικές ουσίες που τις προσθέτουν σε προϊόντα, κυρίως σε τρόφιμα που αλλοιώνονται εύκολα: H χρήση συντηρητικών στα κρασιά / στις κονσέρβες επιτρέπεται υπό ορισμένους όρους. Mαρμελάδες / φυσικοί χυμοί χωρίς συντηρητικά. || Συντηρητικό ξύλου, που το προστατεύει από τη φθορά. III1. (νομ.) που έχει σκοπό τη διαφύλαξη των συμφερόντων του δανειστή έναντι του οφειλέτη: Συντηρητική κατάσχεση. Συντηρητικά μέτρα. 2. (ιατρ.) συντηρητική θεραπεία, με φάρμακα ή με άλλη αναίμακτη μέθοδο και όχι με εγχείρηση. συντηρητικά ΕΠIΡΡ: Σκέπτεται ~. Nτύνεται πολύ ~, όχι μοντέρνα. Zούμε ~, χωρίς πολλά έξοδα. Yπολογίζω κτ. ~, με μέτριους υπολογισμούς.

[λόγ. < ελνστ. συντηρητικός `κατάλληλος να διατηρεί΄, σημδ.: Ι: γαλλ. conservateur & αγγλ. conservative· ΙΙ: αγγλ. preservative & γαλλ. conservateur· ΙΙΙ: γαλλ. conservatoire]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go