Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πολύκαρπος
1 εγγραφή
πολύκαρπος -η -ο [políkarpos] Ε5 : (για φυτό ή τόπο) που παράγει πολλούς καρπούς, καρπερός, εύφορος.

[λόγ. < αρχ. πολύκαρπος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες