Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: λογοτεχνία
1 item total
λογοτεχνία η [loγotexnía] Ο25 : 1. η καλλιέργεια του έντεχνου λόγου, τα γραπτά κείμενα που δεν περιορίζονται στην επικοινωνία αλλά παράγονται με αισθητικές αξιώσεις και αναζητήσεις ποιοτήτων και αξιών: Tα μεγάλα έργα της κλασικής / της παγκόσμιας λογοτεχνίας. 2. το σύνολο της λογοτεχνικής παραγωγής: α. ενός έθνους, μιας χώρας, μιας περιοχής, μιας εποχής κτλ.: Ελληνική / γερμανική / ρωσική / ευρωπαϊκή / λατινοαμερικάνικη ~. H γαλλική ~ του 18ου αι. / του μεσοπολέμου. Παραδοσιακή / σύγχρονη ~. β. με ενιαίο θεματικά περιεχόμενο: Aστυνομική / θεατρική / επαναστατική / ερωτική ~. || Προφορική ~, το σύνολο των μύθων και των αφηγήσεων που διέσωσε η παράδοση. 3. η μελέτη των λογοτεχνικών έργων: Συγκριτική ~.

[λόγ. < μσν. λογοτεχνία < λογοτέχν(ης) -ία κατά το καλλιτεχνία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go