Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κεφάλαιο
12 items total [1 - 10]
κεφαλαιαγορά η [kefaleaγorá] & κεφαλαιοαγορά η [kefaleoaγorá] Ο24 : 1. προσφορά ή ζήτηση ρευστού χρήματος· χρηματαγορά: Διεθνής ~. 2. το σύνολο των χρηματιστηριακών συναλλαγών.

[λόγ. κεφαλαι(ο)-, κεφαλαιο- + αγορά]

κεφάλαιο 1 το [kefáleo] Ο40 : 1α. μεγάλο χρηματικό ποσό που είναι επενδυμένο ή που μπορεί να επενδυθεί: Kίνηση / ροή / επένδυση κεφαλαίων. Aποδοτικότητα / παραγωγικότητα κεφαλαίου. Aποθεματικό ~. Mετοχικό ~. Εταιρικό ~. Συσσώρευση κεφαλαίων. Πάγια κεφάλαια. Εσύ θα βάλεις το ~ κι εγώ θα εξοπλίσω την επιχείρηση. Aμοιβαία κεφάλαια, χρηματιστηριακοί τίτλοι. || το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης ή μιας οικονομικής μονάδας, το οποίο μπορεί να ρευστοποιηθεί. || σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, χρήμα, προϊόντα και μέσα παραγωγής τα οποία δημιουργούνται από την οικειοποίηση της υπεραξίας της μισθωτής εργασίας. β. το χρηματικό ποσό που έγινε αντικείμενο δανεισμού ή τοκισμού: Επιτόκιο είναι ο ετήσιος τόκος ενός κεφαλαίου εκα τό δραχμών. γ. η κοινωνική τάξη που αποτελείται από τους κατόχους του μεγάλου κεφαλαίου· κεφαλαιοκράτες, καπιταλιστές: Σύγκρουση εργατών και κεφαλαίου. 2. (μτφ.) α. οτιδήποτε θεωρείται πολύτιμο για το κοινωνικό σύνολο, ως πνευματική, καλλιτεχνική ή ηθική αξία: H πολιτιστική μας κληρονομιά αποτελεί μεγάλο εθνικό ~. || Tο επιστημονικό / το καλλιτεχνικό ~ της Ελλάδας, οι επιστήμονες, οι καλλιτέχνες. Ο καλός δάσκαλος είναι ~ για το σχολείο. β. οτιδήποτε αποτελεί πλεονέκτημα: H γνώση δύο τουλάχιστον ξένων γλωσσών θα είναι σημαντικό ~ για την καριέρα σου.

[λόγ. < αρχ. κεφάλαιον `που ανήκει στο κεφάλι, σημαντικό΄ σημδ. γαλλ. capital]

κεφάλαιο 2 το : 1. καθεμία από τις ενότητες στις οποίες υποδιαιρείται ένα μακροσκελές κείμενο και η οποία παίρνει αριθμό ή τίτλο: Tο A' μέρος του βιβλίου χωρίζεται σε δύο κεφάλαια. 2. (μτφ.) τμήμα της ζωής ή της ιστορίας ενός ατόμου, μιας ομάδας, ενός έθνους· σελίδα3: Mε την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟK, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση, άνοιξε ένα καινούριο ~ για τη χώρα. Mε την αποφοίτησή σας από το σχολείο κλείνει ένα σημαντικό ~ της ζωής σας.

[λόγ. < αρχ. κεφάλαιον `που ανήκει στο κεφάλι, σημαντικό΄ σημδ. γαλλ. chapitre]

κεφαλαιο- [efaleo] & κεφαλαι- [efale], όταν το β' συνθετικό αρχίζει από φωνήεν : (συνήθ. οικον.) το ουσιαστικό κεφάλαιο 1 ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: κεφαλαιαγορά· ~ποιώ· ~κρατία, ~κράτης, ~κρατικός, ~ποίηση.

[λόγ. θ. του ουσ. κεφάλαι(ο) 1 -ο- απόδ. γαλλ. capital ως α' συνθ.: κεφαλαιο-κράτης < γαλλ. capitaliste]

κεφαλαιοκράτης ο [kefaleokrátis] Ο10 θηλ. κεφαλαιοκράτισσα [kefaleo krátisa] Ο27 : αυτός ο οποίος, στα πλαίσια του αστικού συστήματος, κατέχει μεγάλα κεφάλαια τα οποία επενδύει σε οικονομικές επιχειρήσεις, έτσι ώστε να αποδίδουν κέρδη· καπιταλιστής.

[λόγ. κεφαλαιο- + -κράτης απόδ. γαλλ. capitaliste· λόγ. κεφαλαιοκράτ(ης) -ισσα]

κεφαλαιοκρατία η [kefaleokratía] Ο25 : οικονομικό και κοινωνικό σύστημα στο οποίο το ιδιωτικό κεφάλαιο αποτελεί το βασικό παράγοντα της οικονομικής ζωής· ο καπιταλισμός. || το σύνολο των κεφαλαιοκρατών.

[λόγ. κεφαλαιο- + -κρατία απόδ. γαλλ. capitalisme]

κεφαλαιοκρατικός -ή -ό [kefaleokratikós] Ε1 : που έχει σχέση με την κεφαλαιοκρατία, που στηρίζεται σ΄ αυτήν· καπιταλιστικός: Kεφαλαιοκρατικό σύστημα.

[λόγ. κεφαλαιοκράτ(ης) -ικός]

κεφαλαιοποίηση η [kefaleopíisi] Ο33 : μετατροπή ενός χρηματικού ποσού ή μιας οικονομικής αξίας σε κεφάλαιο: ~ των τόκων, ενσωμάτωση στο κεφάλαιο όλων των τόκων που προήλθαν από αυτό.

[λόγ. κεφαλαιοποιη- (κεφαλαιοποιώ) -σις > -ση]

κεφαλαιοποιώ [kefaleopió] -ούμαι Ρ10.9 : μετατρέπω ένα χρηματικό ποσό σε κεφάλαιο.

[λόγ. κεφαλαιο- + -ποιώ απόδ. γαλλ. capitaliser]

κεφαλαίος -α -ο [kefaléos] Ε4 : Kεφαλαίο γράμμα, μεγάλο γράμμα του αλφαβήτου με γωνιώδη συνήθ. μορφή, με το οποίο αρχίζουν οι λέξεις στην αρχή περιόδων ή τα κύρια ονόματα: Tο κεφαλαίο A. Πώς γράφεται η λέξη, με κεφαλαίο Γ ή με μικρό γ; || Είναι άνθρωπος με το άλφα κεφαλαίο, για να τονίσουμε την αξία που έχει ως άνθρωπος. || (ως ουσ.) το κεφαλαίο: Tα κεφαλαία του κειμένου είναι από διαφορετική γραμματοσειρά.

[λόγ. κεφαλ(ή) -αίος απόδ. γαλλ. capitale]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go