Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: καλάμι
8 items total [1 - 8]
καλάμι 1 το [kalámi] Ο44 : 1α. πολυετές, αυτοφυές φυτό που φύεται σε υγρά εδάφη και που χαρακτηρίζεται από τον ψηλό, κοίλο και διαιρεμένο με κόμπους βλαστό του, ο οποίος χάρη στην κατασκευή του είναι πολύ ευλύγιστος και ανθεκτικός: Λυγίζει σαν ~. Είναι κούφιος σαν ~. || ο βλαστός του παραπάνω φυτού, ιδίως ο αποξηραμένος: Στέγη από καλάμια. Φλογέρα από ~. Πόδια σαν καλάμια, πολύ αδύνατα. ΦΡ καβάλησε* το ~. β. το στέλεχος δημητριακών· καλαμιά. || ό,τι μένει από το φυτό μετά το θερισμό. 2. τηλεσκοπική βέργα από σκληρό πλαστικό με πετονιά και αγκίστρι ή αγκίστρια για ψάρεμα· καλαμίδι. καλαμάκι το YΠΟKΟΡ 1. μικρό καλάμι. 2. μικρός πλαστικός ή γυάλινος σωλήνας με τον οποίο ρουφούν ένα υγρό: Πίνω την πορτοκαλάδα / το γάλα / τον καφέ με το ~.

[μσν. καλάμι(ν) < ελνστ. καλάμιον υποκορ. του αρχ. κάλαμος]

καλάμι 2 το : (οικ.) το μπροστινό οστό της κνήμης· αντικνήμιο.

[μσν. καλά μι(ν) < ελνστ. *καλάμιον υποκορ. του ελνστ. κάλαμος (< αρχ. κάλαμος δες στο κάλαμος 1)]

καλαμιά 1 η [kalamná] Ο24 : 1. το στέλεχος δημητριακών· καλάμι1. || ό,τι μένει από το φυτό, στο χωράφι, μετά το θερισμό: Kαίνε τις καλαμιές στο χωράφι. (έκφρ.) σαν την ~ στον κάμπο, για κπ. που μένει μόνος στη ζωή και απροστάτευτος. 2. (πληθ.) συστάδα από καλάμια: Ήταν κρυμμένος πίσω από τις καλαμιές.

[ελνστ. καλαμεία με συνίζ. για αποφυγή της χασμ. (ορθογρ. απλοπ.)]

καλαμιά 2 η : (οικ.) κλοτσιά στο καλάμι του ποδιού: Έφαγε μια ~.

[καλάμ(ι) 2 -ιά]

καλαμίδι το [kalamíδi] Ο44 : 1. αλιευτικό όργανο που αποτελείται από ένα καλάμι και μια πετονιά, στην άκρη της οποίας είναι δεμένο ένα μικρό μολύβι και δύο αγκίστρια· καλάμι12. 2. υφαντικό εργαλείο.

[μσν. καλαμίδι(ν) υποκορ. του ελνστ. καλαμίς (μαρτυρείται στη σημ.: `θήκη καλαμένιας πένας΄, πρβ. ελνστ. καλαμεύς `ψαράς με καλαμίδι΄)]

καλαμίζω [kalamízo] -ομαι Ρ2.1 : (λαϊκότρ.) τυλίγω το νήμα σε μασούρια από καλάμι.

[καλάμ(ι) 1 -ίζω (διαφ. το ελνστ. καλαμίζω `παίζω καλαμένιο φλάουτο΄)]

καλαμίθρα η [kalamíθra] Ο25 : (οικ.) είδος φυτού.

[ελνστ. καλαμ(ίνθη) κατά το ξιν-ήθρα]

καλαμιώνας ο [kalamnónas] Ο2 : έκταση γεμάτη με καλαμιές.

[μσν. καλαμιώνας < ελνστ. καλαμεών, αιτ. -ῶνα με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go