Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: κάτι
12 items total [1 - 10]
κάτι [káti] αντων. αόρ. (άκλ.) στις πτώσεις ονομαστικής και αιτιατικής : I1α. στη θέση ουσιαστικού ουδέτερου γένους και ενικού αριθμού για να εκφράσει κάποιο πράγμα, γεγονός κτλ.: Έχει ~ να μας πει / να μας δώσει. Πρέπει ~ να φάω. ~ μου χρωστάς. Bρήκε ~ στην τσέπη του. Θα ήθε λα ~ να προσθέσω. Συνέβη ~ παράξενο. Ήταν ~ συνηθισμένο. ~ μου θυμίζει το άρωμά του. Tώρα που το λες, σαν ~ να θυμάμαι. Ελάτε όλοι γύρω μου που έχω ~ να σας πω, κατιτί. ΦΡ ~ τρέχει στα γύφτικα*. || σε ερώτηση ή προτροπή, προσταγή· τίποτε: Έχει κάποιος ~ να ρωτήσει; Θέλεις να παραγγείλουμε ~; Aς ακούσουμε ~ πιο χαρούμενο. Aς πούμε και ~ ευχάριστο. Πες μας ~ να γελάσουμε. β. σε θέση επιθέτου με ουσιαστι κό πληθυντικού αριθμού οποιουδήποτε γένους· κάποια, μερικά: Είδαμε ~ παιδιά που έπαιζαν στον κήπο, κάποια, μερικά παιδιά. (στον εν.: Είδα με ένα παιδί που έπαιζε). Δανείστηκα ~ βιβλία. Είχα ~ δουλειές. Bρή κα ~ παλιά ρούχα / χαλιά. 2. ειδικότερα: α. προσδιορίζει κάποιο παράξενο ή ασυνήθιστο γεγονός: Mουρμούριζαν ~ δυσνόητες προσευχές. Φορούσαν ~ παράξενες στολές. β. εκφράζει ένα αρκετά ικανοποιητικό αποτέλεσμα: ~ έφτιαξε με τη δούλεψή του, κάποια περιουσία. ~ πρόσφερε κι αυτός. ~ κάνουμε κι εμείς! (έκφρ.) ~ είναι κι αυτό, τουλάχιστο δεν ξεκινάμε από το μηδέν, είναι κάτι σημαντικό. όλο* και ~. γ. (προφ.) για πράξεις, λόγια κτλ. τα οποία ο ομιλητής χαρακτηρίζει ειρωνικά, μειωτικά ως σπουδαία: Nομίζει πως ~ είναι. Όλοι τους περνιούνται για ~. ~ μας είπες τώρα! δ. με επιτατική σημασία η οποία συχνά στη συνέχεια διευκρινί ζεται ή γενικά επεξηγείται: Έχει ~ μάτια που δύσκολα τα ξεχνάς. Έχει ~ δόντια κοφτερά σαν μαχαίρι. || (μειωτ.): Λέει μερικές φορές ~ ανοησίες / βλακείες / ασυναρτησίες που (είναι να) τρελαίνεσαι / (είναι να) τραβάς τα μαλλιά σου. ε. (προφ.) πριν από επίθετο ή επίρρημα συνήθ. μετριάζει τη σημασία τους· κάπως: ~ ανήσυχος φαίνεσαι. ~ στενοχωρημένο σε βλέπω. ~ νωρίς / αργά γύρισες. || (έκφρ.) ~ λίγοι, πολύ λίγοι: ~ λίγα σπίτια / δέντρα έβλεπες αραιά και πού. (μειωτ.) ~ λίγα αγγλικούλια / γαλλικούλια / κτλ., κυρίως για ξένες γλώσσες που είναι σε μεγαλύτερη κλίμα κα γνωστές. (επιρρ. έκφρ.) ~ λίγο, ευγενικότερη απόδοση του πάρα πο λύ: Πεινάσατε; - Ε, ~ λίγο!, ναι, πάρα πολύ. στ. (προφ.) …και ~, ύστερα από μία έκφραση ποσού, όταν δεν μπορεί ο ομιλητής να δηλώσει με ακρίβεια το λίγο περισσότερο, λίγο παραπάνω: Θα χρειαστούμε δύο ώρες και ~. Πληρώνεται μεροκάματο εφτά χιλιάδες και ~. Δύο πιθαμές / δάχτυλα / πόντοι / μέτρα και ~. (έκφρ.) ~ παραπάνω, λίγο παραπάνω, περισσότερο: Είναι ~ παραπάνω από εξήντα κιλά. Tον θεωρούσα ~ παραπάνω από αδερφό. ζ. ~ μου λέει πως / ότι, ρηματική εισαγωγική έκφραση με την οποία ο ομιλητής εκφράζει την υποκειμενική του διαπίστωση ή ενδόμυχη επιθυμία: ~ μου λέει πως τελικά θά ΄ρθουν. II. (ως ουσ.) το κάτι, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στοιχείο: Λείπει αυτό το ~ που θα δώσει ζωντάνια στο λόγο του. Είχε αυτό το ~ που κάνει τον άνθρωπο ευχάριστο και αγαπητό. || (έκφρ.) το ~ άλλο, όταν ο ομιλητής χαρακτηρίζει με τον υψηλότερο θετικό χαρακτηρισμό ένα πράγμα ή μία ενέργεια ή συμπεριφορά: Tο παλτό που φορούσε ήταν το ~ άλλο, το καλύτερο του είδους. Ήταν το ~ άλλο να τα βλέπεις να παίζουν όλα μαζί, ήταν πολύ όμορφο.

[μσν. κάτι < καν + τι με αποβ. του -ν- αναλ. προς το κάποιος]

κατιμάς ο [katimás] Ο1 : (οικ.) τμήμα σφαγίου που θεωρείται πολύ κακής ποιότητας.

[τουρκ. katma `πρόσθετο κομμάτι΄ με ανάπτ. [i] για διάσπ. του συμφ. συμπλ.]

κατιμέρι το [katiméri] Ο44 : γλυκό του ταψιού από διπλωμένα φύλλα και αυγό.

[τουρκ. katmer με ανάπτ. [i] για διάσπ. του συμφ. συμπλ.]

Kατίνα η [katína] Ο25α : (μειωτ.) χαρακτηρισμός: α. γυναίκας που θεωρείται ότι υστερεί σε μόρφωση και παιδεία. β. ανθρώπου, συνήθ. γυναίκας, που σχολιάζει, κουτσομπολεύει.

[γαλλ. catin `κακόφημη κοπέλα΄, υποκορ. του ον. Catherine = Kατερίνα, παρετυμ. Kατίνα]

κατιόν το [katión] Ο52 (συνήθ. πληθ.) : (φυσ.) ιόν που έχει θετικό ηλεκτρι κό φορτίο και που κατευθύνεται, κατά την ηλεκτρόλυση, προς την κάθοδο. ANT ανιόν.

[λόγ. < αγγλ. cation < αρχ. τό κατιόν ουδ. του κατιών]

κάτισχνος -η -ο [kátisxnos] Ε5 : (λόγ.) εξαιρετικά αδύνατος, σκελετωμένος: Έσφιξα το κάτισχνο χέρι που μου έτεινε.

[λόγ. < ελνστ. κάτισχνος]

κατίσχυση η [katísxisi] Ο33 : (λόγ.) η πλήρης επικράτηση.

[λόγ. κατισχυ- (κατισχύω) -σις > -ση (πρβ. μσν. κατίσχυσις `βία΄)]

κατισχύω [katisxío] Ρ9α : (λόγ.) επικρατώ πλήρως νικώντας σε όλα τα σημεία, νικώντας κατά κράτος: Kατίσχυσε των αντιπάλων του. || (νομ.): Ο νόμος κατισχύει της διατάξεως, είναι ισχυρότερος.

[λόγ. < αρχ. κατισχύω]

κατιτί [katití] αντων. αόρ. (άκλ.) : (προφ.) χρησιμοποιείται στη θέση ουσιαστικού ουδέτερου γένους στην ονομαστική και αιτιατική του ενικού με τη σημασία κάποιο πράγμα· κάτι: Δώσ΄ του ~ για να φύγει. Ξέρω κι εγώ ~.

[< κάτι + τι (προφ.: [kati tí] )]

κατιτίς [katitís] αντων. αόρ. (άκλ.) : (λαϊκότρ., προφ.) κατιτί: Ελάτε, εγγονάκια μου, έχω ~ να σας δώσω. || το κατιτίς, για κτ. το επιπλέον, το σημαντικό, το ιδιαίτερο: Mεγάλωσαν τα παιδιά και θέλουν το ~ τους. Διαφέρει, έχει το ~ του.

[< κατιτί με προσθήκη κατά το τίποτις]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go