Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ισχυρός
1 item total
ισχυρός -ή -ό [isxirós] Ε1 : που έχει ισχύ, δύναμη. 1α. που έχει από τη φύ ση του μεγάλη δύναμη. ANT αδύναμος, ασθενικός: ~ οργανισμός. Iσχυ ρή κράση. (έκφρ.) ισχυρό φύλο*. || που δεν παρασύρεται, δεν υποχωρεί ή δεν ενδίδει· δυνατός: ~ χαρακτήρας. Iσχυρή θέληση. β. που στηρίζεται σε σοβαρά δεδομένα, που δύσκολα ανατρέπεται ή αμφισβητείται: Iσχυρή επιχειρηματολογία, πειστική. γ. (νομ.) που έχει νομική ισχύ, κύρος: Iσχυρή διαθήκη. 2. που γίνεται ή υπάρχει σε μεγάλο βαθμό, που έχει μεγάλη ισχύ, δύναμη, σφοδρότητα ή ένταση: ~ άνεμος, δυνατός, σφοδρός. Iσχυρό ψύχος, δυνατό, μεγάλο. ~ σεισμός. Iσχυρή έκρηξη. Iσχυρή πίεση. 3. που έχει μια ιδιότητα ή που περιέχει κάποιο συστατικό σε μεγάλο βαθμό: Iσχυρό δηλητήριο. Iσχυρή δόση ενός φαρμάκου. 4α. που έχει μεγάλη δύναμη εξουσίας, επιβολής ή επιρροής: Tα δύο ισχυρότερα πολιτικά κόμματα, μεγαλύτερα. Οι μονοκομματικές κυβερνήσεις δεν είναι πάντα ισχυρότερες από τις πολυκομματικές. Iσχυροί πολιτικοί / οικονομικοί παράγοντες. (έκφρ.) το δίκαιο του ισχυροτέρου, όταν κάποιος χρησιμοποιεί τη μεγαλύτερη υλική δύναμή του για να επιβάλλει και να εφαρμόζει τη δική του άποψη ή θέληση, παραβαίνοντας βασικές αρχές δικαίου. β. για στρατιωτική κτλ. δύναμη αριθμητικά μεγάλη και καλά εξοπλισμένη: Mπροστά στις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις του αντιπάλου, υποχώρησαν. H έγκαιρη επέμβαση ισχυρής πυροσβεστικής δύναμης απέτρεψε την εξάπλωση της πυρκαγιάς. 5. (γραμμ.) ~ τύπος μιας προσωπικής αντωνυμίας, η πλήρης μορφή της που έχει περισσότερες συλλαβές και που προφέρεται τονισμένη, π.χ. εμένα, εμάς, σε αντιδιαστολή προς τον αδύνατο τύπο.

[λόγ. < αρχ. ἰσχυρός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go