Λεξικό της κοινής νεοελληνικής

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ιστίο
10 εγγραφές [1 - 10]
ιστίο το [istío] Ο39 : (λόγ.) το πανί οποιουδήποτε θαλάσσιου σκάφους (πλοίου, βάρκας) ή μηχανής που κινείται με τη δύναμη του ανέμου (ανεμόμυλου): Tα ιστία ενός πλοίου, τα πανιά ή άρμενα.

[λόγ. < αρχ. ἱστίον]

ιστιο- [istio] & ιστιό- [istió], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : το ουσιαστικό ιστίο ως α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις. 1. σε προσδιοριστικά σύνθετα, δηλώνει ότι αυτό που αναφέρεται ως β' συνθετικό αφορά το ιστίο, αναφέρεται σ΄ αυτό: ~θήκη, ~κεραία, ιστιόκεντρο, θήκη, κεραία κτλ. του ιστίου· ~πλόος· ~πλοώ, πλέω με τη βοήθεια ιστίου, συμμετέχω σε αγώνες ιστιοπλοΐας. 2. σε αντικειμενικά σύνθετα: ~δέτης, ~ποιός, ~φόρο.

[λόγ. < αρχ. ἱστιο- θ. της λ. ἱστίο(ν) ως α' συνθ.: αρχ. ἱστιο-δρομῶ `πλέω με όλα τα πανιά΄, ελνστ. ἱστιο-φόρος]

ιστιοδρομία η [istioδromía] Ο25 : αγώνας ταχύτητας με ιστιοφόρο σκάφος· (πρβ. ιστιοπλοΐα).

[λόγ. < αρχ. ρ. ἱστιοδρομ(ῶ) `αρμενίζω με όλα τα πανιά΄ -ία]

ιστιοδρόμος ο [istioδrómos] Ο18 θηλ. ιστιοδρόμος [istioδrómos] Ο35 : αυτός που συμμετέχει σε ιστιοδρομία· (πρβ. ιστιοπλόος).

[λόγ. ιστιοδρο μ(ία) -ος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

ιστιοπλοΐα η [istioploía] Ο25 : ναυσιπλοΐα με ιστιοφόρο πλοίο: H τέχνη της ιστιοπλοΐας. Aγώνες ιστιοπλοΐας· (πρβ. ιστιοδρομία).

[λόγ. ιστιο- + -πλοΐα μτφρδ. γαλλ. navigation à voiles ή γερμ. Segel(schif)fahrt]

ιστιοπλοϊκός -ή -ό [istioploikós] Ε1 : που ανήκει ή αναφέρεται στην ιστιοπλοΐα: Iστιοπλοϊκοί αγώνες. ~ Όμιλος.

[λόγ. ιστιοπλο(ΐα) -ικός]

ιστιοπλόος ο [istioplóos] Ο18 θηλ. ιστιοπλόος [istioplóos] Ο35 : αυτός που συμμετέχει σε ιστιοπλοΐα· (πρβ. ιστιοδρόμος).

[λόγ. ιστιοπλο(ΐα) -ος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

ιστιοσανίδα η [istiosaníδa] Ο26 : κατασκευή από ελαφρό πλαστικό για να επιπλέει στο νερό, πάνω στην οποία κάποιος ισορροπεί όρθιος, στηρίζοντας με το σώμα του ένα ανοιχτό ιστίο (πανί), ώστε να κινείται με τη δύναμη του ανέμου· γουίντ σερφ. || το αντίστοιχο άθλημα· γουίντ σέρφιγκ: Aγώνες ιστιοσανίδας.

[λόγ. ιστιο- + σανίδα μτφρδ. αγγλ. surfboard (board = σανίδα)]

ιστιοφόρο το [istiofóro] Ο39 : θαλάσσιο σκάφος που κινείται αποκλειστικά με τη δύναμη του ανέμου: Σήμερα τα ιστιοφόρα χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά ως σκάφη αναψυχής.

[λόγ. ουσιαστικοπ. ουδ. του ελνστ. επιθ. ἱστιοφόρος]

ιστιοφόρος -ος -ο [istiofóros] Ε14 : για θαλάσσιο σκάφος που κινείται με τη δύναμη του ανέμου: Iστιοφόρο πλοίο / σκάφος. || (ως ουσ.) το ιστιοφόρο*.

[λόγ. < ελνστ. ἱστιοφόρος]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες