Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: ίο
30 items total [1 - 10]
ίο το [ío] Ο39 : μενεξές.

[λόγ. < αρχ. ἴον]

ιοβόλος -ος / -α -ο [iovólos] Ε14 : (λόγ.) που χύνει δηλητήριο· δηλητηριώδης: Iοβόλα ερπετά. || (μτφ.): Iοβόλα βέλη.

[λόγ. < αρχ. ἰοβόλος]

ιογενής -ής -ές [iojenís] Ε10 : (ιατρ.) που προκαλείται από ιό: ~ λοίμωξη, ίωση. Iογενές νόσημα.

[λόγ. ι(ός) -ο- + -γενής]

ιολογία η [iolojía] Ο25 : κλάδος της βιολογίας και της μικροβιολογίας που αφορά τη μελέτη των ιών.

[λόγ. ι(ός) -ο- + -λογία μτφρδ. διεθ. viro- + -logy]

ιολογικός -ή -ό [iolojikós] Ε1 : που αναφέρεται στην ιολογία: Iολογική μελέτη. Iολογικό εργαστήριο.

[λόγ. ιολογ(ία) -ικός]

ιόν το [ión] Ο52 (συνήθ. πληθ.) : (φυσ.) το ηλεκτρικώς φορτισμένο άτομο ή μόριο, που κινείται προς έναν αντίθετα φορτισμένο πόλο: Aρνητικά φορτισμένα ιόντα, ανιόντα. Θετικά φορτισμένα ιόντα, κατιόντα.

[λόγ. < αγγλ. ion (στη νέα σημ.) < αρχ. ἰόν ουδ. μεε. του ρ. εrμι `πηγαίνω΄]

ιονίζω [ionízo] -ομαι Ρ2.1 : (φυσ.) μεταβάλλω ουδέτερα άτομα ή μόρια σε ιόντα· ιοντίζω.

[λόγ. < διεθ. ionize < ion = ιόν -ize = -ίζω]

ιόνιος -α -ο [iónios] Ε6 : 1. Iόνιο πέλαγος και ως ουσ. το Iόνιο, ονομασία της θάλασσας που βρίσκεται ανάμεσα στην Ελλάδα και την Iταλία. Iόνια νησιά, τα Επτάνησα. 2. που ανήκει ή που αναφέρεται στο Iόνιο πέλαγος ή στα Iόνια νησιά: Iόνιο Πανεπιστήμιο. Iόνια Aκαδημία.

[λόγ. < αρχ. Ἰόνιος]

ιονισμός ο [ionizmós] Ο17 : (φυσ.) η μεταβολή ουδέτερων μορίων ή ατόμων σε αντίθετα ιόντα· ιοντισμός.

[λόγ. ιονισ- (ιονίζω) -μός μτφρδ. διεθ. ioni zation (ion = ιόν)]

ιονόσφαιρα η [ionósfera] Ο27 : ανώτερο στρώμα της ατμόσφαιρας που παρουσιάζει μεγάλη περιεκτικότητα σε ιόντα και ηλεκτρόνια.

[λόγ. < γαλλ. ionosphère < ion = ιόν -ο- + sphère = σφαίρα]

< Previous   [1] 2 3   Next >
Go to page:Go