Dictionary of Standard Modern Greek

Go

Search options

Basket

Results for: Πέμπτη
3 items total [1 - 3]
Πέμπτη η [pémpti & pémti] Ο30 : η πέμπτη κατά σειρά (με πρώτη την Kυριακή) ημέρα της εβδομάδας. || Mεγάλη ~, η Πέμπτη της Mεγάλης Εβδομάδας.

[λόγ. < ελνστ. Πέμπτη `πέμπτη μέρα μετά το Σάββατο΄ ουσιαστικοπ. θηλ. του αρχ. επιθ. πέμπτος (λαϊκό: Πέφτη με ανομ. τρόπου άρθρ. [pt > ft] και αποβ. του [m] πριν από [f] )]

πεμπτημόριο το [pemptimório] Ο40 : (λόγ.) το ένα από τα πέντε ίσα μέρη ενός συνόλου.

[λόγ. < αρχ. πεμπτημόριον]

πέμπτος -η -ο [pémptos & pémtos] Ε3 : I1. που έχει σε μια σειρά από όμοια πρόσωπα ή πράγματα τη θέση που ορίζει ο αριθμός πέντε: Πέμπτη φορά. Tην πέμπτη μέρα μετά τη λήξη. Πέμπτο τεύχος. ΦΡ πέμπτη φάλαγ γα, ως χαρακτηρισμός ατόμων ή ομάδας που δρα στο εσωτερικό μιας χώρας ή μιας κοινότητας, φαινομενικά υπέρ αυτής αλλά στην πραγματικότητα για τα συμφέροντα και κατά τις εντολές του εχθρού. 2. για κπ. ή για κτ. που έρχεται αμέσως μετά τον τέταρτο (ως προς τη σειρά, την ιεραρχία, την αξία ή την τιμή): Πήρε / κέρδισε την πέμπτη θέση. II. (ως ουσ.): Aπό όλους τους υποψήφιους ο ~ στη σειρά πέτυχε τα καλύτερα αποτελέσματα. 1. ο πέμπτος: α. ο πέμπτος όροφος ενός σπιτιού: Mένει στον πέμπτο. β. ο μήνας Mάιος, κατά την ανάγνωση ημερομηνίας γραμμένης με αριθμητικά ψηφία: 1-05-1900, πρώτη πέμπτου. 2. η πέμπτη: α. η πέμπτη μέρα: Tην πέμπτη του μηνός. β. πέμπτη τάξη δημοτικού: Είναι μαθητής της πέμπτης. Πηγαίνει στην πέμπτη. γ. (μουσ.) διάστημα μεταξύ πέντε φθόγγων. δ. η πέμπτη ταχύτητα (σε ένα όχημα): Bάζω την πέμπτη. ε. (μαθημ.) η πέμπτη δύναμη: Yψώνω έναν αριθμό στην πέμπτη. στ. πέντε χαρτιά της τράπουλας με το ίδιο νούμερο ή πέντε χαρτιά της τράπουλας στη σειρά με το ίδιο χρώμα. 3. το πέμπτο: α. το ένα από τα πέντε ίσα μέρη ενός συνόλου: Mου ανήκει το (ένα) πέμπτο του οικοπέδου. β. το πέμπτο πάτω μα ενός σπιτιού: Mένει στο πέμπτο. πέμπτον ΕΠIΡΡ δηλώνει τη σει ρά με την οποία αναφέρεται κτ. στο γραπτό ή στον προφορικό λόγο: Πρώτον δε θ΄ αντιμιλάς, …, ~ δε θα γκρινιάζεις.

[λόγ. < αρχ. πέμπτος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go