Combined Search
| 2 items total [1 - 2] | << First < Previous Next > Last >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- αξιομακάριστος -η -ο [aksiomakáristos] Ε5 : που πρέπει να θεωρείται ευτυχισμένος, κυρίως σε επικήδειο λόγο, ως προσφώνηση ή αναφορά στον προκείμενο νεκρό: Aξιομακάριστε αδελφέ μας!
[λόγ. < αρχ. ἀξιομακάριστος]
[Λεξικό Γεωργακά]
- αξιομακάριστος, -η, -ο [aksiomakáristos] (L)
- worthy to be considered happy, enviable (near-syn αξιοζήλευτος):
- θα ήταν αληθινά ~ αν έφευγε απ' τη ζωή την ημέρα εκείνη, γιατί μεγαλύτερη ευτυχία δεν μπορούσε σαν άνθρωπος να περιμένει (Karouzos)
- ⓐ fortunate, blessed:
- τα αξιοζήλευτα αποτελέσματα που είχε η διδαχή του Dante στην ιταλική γλώσσα, την αληθινά αξιομακάριστη ιταλική γλώσσα (Karouzos)
[fr kath ← PatrG ← AG]
- worthy to be considered happy, enviable (near-syn αξιοζήλευτος):



