Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: τσίχλα
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τσίχλα 1 η [tsíxla] & τσίκλα η [tsíkla] Ο25 : μαστίχα2: Mασώ ~. Ένα κουτί αμερικάνικες τσίχλες. ~ με άρωμα μέντας / φράουλας.

[αγγλ. chikl(et) και παρετυμ. τσίχλα 2]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τσίχλα 2 η : 1. γένος που περιλαμβάνει πολλά είδη ωδικών και αποδημητικών πτηνών. 2. (μτφ., οικ.) για άνθρωπο πολύ αδύνατο και λεπτοκαμωμένο: Aυτός / αυτή είναι ~ / σαν ~.

[μσν. τσίχλα < κίχλα (ισχυροπ. της άρθρ. [i > tsi) < αρχ. κίχλ(η) μεταπλ. ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες