Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: σώστρα
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σώστρα τα [sóstra] Ο39 : η αμοιβή που δικαιούται αυτός που σώζει ένα ναυαγισμένο πλοίο ή το φορτίο του.

[λόγ. < αρχ. σῶστρα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες