Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ρετιρέ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρετιρέ το [retiré] Ο (άκλ.) : ο τελευταίος όροφος πολυκατοικίας ο οποίος έχει κτισμένη επιφάνεια μικρότερη από τους άλλους και του οποίου η πρόσοψη είναι πιο μέσα από την πρόσοψη ολόκληρου του κτίσματος· εσοχή: Πρώτο / δεύτερο ~. Ενοικιάζεται διαμέρισμα σε ~ πολυκατοικίας. || (επέκτ.) διαμέρισμα που βρίσκεται στο ρετιρέ.

[λόγ. < γαλλ. se retirer `αποτραβιέμαι΄, retiré `απομακρυσμένος΄]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες