Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ποπ
10 εγγραφές [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποπ η [póp] Ο (άκλ.) : είδος νεανικής χορευτικής και ψυχαγωγικής μουσικής της δεκαετίας του ΄60 με μοντέρνο, αντισυμβατικό ύφος (και ηλεκτρική ενίσχυση) και ως επίθ.: ~ τραγουδιστής / συγκρότημα / συναυλία / σταρ.

[αγγλ. pop (σύντμ. του popular `λαϊκός, δημοφιλής΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποπ αρτ η [póp árt] Ο (άκλ.) : τάση, ρεύμα της μοντέρνας τέχνης (κυρ. αγγλικής και αμερικάνικης των δεκαετιών του ΄50 και του ΄60), που χρησιμο ποιεί ως υλικό τη μαζική, λαϊκή κουλτούρα των μεγαλουπόλεων (κινηματογράφο, διαφημίσεις, κόμικς, επιστημονική φαντασία κτλ.) και τα καταναλωτικά αγαθά μαζικής παραγωγής, και επιδιώκει (μέσα από έντονες χρωματικές συνθέσεις, μοντάζ κτλ.) μια άμεσα ρεαλιστική και συχνά ποιητική παρουσίασή τους: Kαλλιτέχνης / πίνακας / μόδα / λογοτεχνία ~.

[αγγλ. pop art (δες ποπ)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποπκόρν το [pópkórn] Ο (άκλ.) : φαγώσιμο από σπόρους μιας ποικιλίας καλαμποκιού, που, όταν ψηθούν, σκάζουν, φουσκώνουν και αποκτούν λευκό χρώμα.

[αγγλ. popcorn κατά το γαλλ. τονισμό]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποπλίνα η [poplína] Ο25 : είδος λεπτού βαμβακερού υφάσματος: Πουκάμισα / σεντόνια (από) ~.

[γαλλ. popelin(e) ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποπό [popó] & πόπο [pópo] επιφ. : (οικ.) δηλώνει έκπληξη, θαυμασμό, φόβο, απορία: ~ τι πάθαμε!

[ηχομιμ. (πρβ. αρχ. πόποι)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποπολάρος ο [popoláros] Ο18 : (λαϊκότρ., λογοτ.) άνθρωπος του λαού.

[ιταλ. popolar(e) -ος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πόπολο το [pópolo] Ο41 : (λαϊκότρ., λογοτ.) ο λαός, ο όχλος.

[μσν. πόπολον < ιταλ. popolo]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποπός ο [popós] Ο17 : (παιδ., οικ.) κώλος, πισινός.

[λ. νηπιακή ποπό -ς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποπουλισμός ο [populizmós] Ο17 : (προφ.) ο λαϊκισμός.

[λόγ. < αγγλ. populism κατά τη μορφή του λατ. ετύμου populus `λαός΄ (-ism = -ισμός)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ποπουλίστικος -η -ο [populístikos] Ε5 : (προφ.) ο λαϊκίστικος.

[ποπου λ(ισμός) -ίστικος (πρβ. αγγλ. populist `οπαδός του ποπουλισμού΄)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες