Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πιπί
5 εγγραφές [1 - 5]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πιπί το [pipí] Ο43 : (παιδ.) 1. το γεννητικό μόριο και ιδίως το ανδρικό. 2. η ούρηση: Kάνω ~, κατουρώ.

[λ. νηπιακή]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πίπιζα η [pípiza] Ο27 : ξύλινο πνευστό μουσικό όργανο, που μοιάζει με φλογέρα και που παράγει ισχυρό και διαπεραστικό ήχο.

[αλβ. pipëza]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πιπίλα η [pipíla] Ο25 : 1. τεχνητή θηλή, από ελαστικό, που, ως υποκατάστατο της μητρικής, απασχολεί και ηρεμεί τα βρέφη: Παρόλο που μεγάλωσε, δεν άφησε την ~. || το ελαστικό επιστόμιο του μπιμπερό. 2. το πιπίλισμα. 3. (μτφ.) συχνά, επίμονα, κουραστικά επαναλαμβανόμενη αναφορά σε κτ.: H ~ της εθνικοφροσύνης / του από βορρά κινδύνου. ΦΡ κάνω κτ. ~, πιπιλίζω3.

[πιπιλ(ίζω) -α (αναδρ. σχημ.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πιπιλίζω [pipilízo] Ρ2.1α & πιπιλάω [pipiláo] Ρ10.1α : 1. γλείφω κτ. με τα χείλη και με τη γλώσσα και σιγά σιγά το λιώνω: ~ μια καραμέλα / ένα χάπι / ένα κομμάτι σοκολάτα. 2. βυζαίνω: ~ το δάχτυλό μου. 3. (μτφ.) αναφέρομαι επανειλημμένα, επίμονα, κουραστικά σε κτ.: Πιπιλίζουν την καραμέλα της Mεγάλης Iδέας. Πιπιλίζει παλιές, φθαρμένες ιδέες. (έκφρ.) ~ το μυαλό κάποιου, τον κουράζω, τον ζαλίζω με φλυαρίες, επίμονες επαναλήψεις κτλ.

[μσν. πιπιλίζω < (;)· πιπιλ(ίζω) μεταπλ. -άω με βάση το συνοπτ. θ. πιπιλισ-]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πιπίλισμα το [pipílizma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πιπιλίζω. 1. το να γλείφει κάποιος κτ. με τα χείλη και με τη γλώσσα και να το λιώνει σιγά σιγά: Tο ~ μιας καραμέλας. 2. το βύζαγμα: Tο ~ του δάχτυλου. 3. (μτφ.) η επανειλημμένη, επίμονη, κουραστική αναφορά σε κτ.: Tο ~ του κομμουνιστικού κινδύνου.

[πιπιλισ- (πιπιλίζω) -μα]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες