Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πεπρωμένο
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεπρωμένο το [peproméno] Ο39 : 1. η μοίρα του καθενός, ό,τι δηλαδή αυτή έχει ορίσει για τον καθένα: Kανείς δεν μπορεί να ξεφύγει το ~ του. Aκολουθεί κάποιος το ~ του. Είναι δέσμιος του πεπρωμένου του. Ο θάνατος είναι το κοινό ~ όλων μας. 2. (πληθ.) ο προορισμός και οι επιδιώξεις ενός ανθρώπινου συνόλου, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί στα πλαίσια της ιστορικής εξέλιξης: Tα πεπρωμένα του λαού / του έθνους μας. Aγωνιζόμαστε για τα εθνικά μας πεπρωμένα.

[λόγ. < αρχ. πεπρωμένον]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες