Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: πάρτη
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πάρτη η [párti] Ο30 (χωρίς πληθ.) : (λαϊκ.) συνήθ. στην έκφραση η ~ μου, σου, του κτλ., ο εαυτός μου κτλ. και ιδίως το συμφέρον μου κτλ.: M΄ ενδιαφέρει μόνο η ~ μου. Ο καθένας κοιτάει μόνο την ~ του / νοιάζεται για (την) ~ του. Εγώ για (την) ~ μου ξέρω τι θα κάνω. || Mιλάω για ~ μου, εκφράζω την προσωπική μου άποψη.

[ιταλ. parti, πληθ. του θηλ. parte `μεριά΄ που θεωρήθηκε εν.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες