Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: νταχτιρντί
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
νταχτιρντί [daxtirdí] (άκλ.) : (παιδ.) ως επιφώνημα, όταν κρατώντας κάποιος ένα μωρό το κουνάει και το χορεύει.

[τουρκ. dahtιrι dahtιrι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go