Combined Search
| 1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
[Λεξικό Κριαρά]
- νοσώδης, επίθ.
-
- Άρρωστος·
- (εδώ ως ουσ.):
- έξωθεν του ύδατος κάθηται ο νοσώδης (Παϊσ., Ιστ. Σινά 2001).
- (εδώ ως ουσ.):
[αρχ. επίθ. νοσώδης]
- Άρρωστος·
ΞΞ½Ξ± εγχείΟΞ·ΞΌΞ± του ΞΞΞ½Ο„ΟΞΏΟ… Ελληνικής ΓλΟσσας Ξ³ΞΉΞ± την υποστήΟΞΉΞΎΞ· της ελληνικής Ξ³Ξ»Οσσας στη διαχΟΞΏΞ½Ξ―Ξ± της: Ξ±Οχαία ελληνική, μεσαιωνική ελληνική, Ξ½ΞΞ± ελληνική αλλά ΞΊΞ±ΞΉ στη συγχΟΞΏΞ½ΞΉΞΊΞ® της διάσταση.
| 1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
[αρχ. επίθ. νοσώδης]
| © 2006 - 2008 Centre for the Greek Language | Copyright | Terms of Use |