Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: μοναχά
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
μονάχα [monáxa] & μοναχά [monaxá] επίρρ. : με περιοριστική σημασία και πολλαπλή λειτουργία· μόνο· λειτουργεί ως: I. επίρρημα: 1. πριν ή μετά τη λέξη που προσδιορίζει, για να αποκλείσει με έμφαση την ύπαρξη άλλου προσώπου, στοιχείου κτλ.: ~ ο Γιώργος βοήθησε, κανείς άλλος. Όταν παντρεύτηκαν, είχαν ~ τα ρούχα που φορούσαν, τίποτε άλλο. Tότε ~ εδέησε να ΄ρθει, όχι άλλη στιγμή. ~ το καντήλι φώτιζε το μεγάλο δωμάτιο. ~ για φασαρία ήρθατε; 2. με αριθμητικό ή λέξη με ανάλογη σημασία δηλώνει το ανώτερο αριθμητικό όριο: Δούλεψε μαζί μας ~ ένα χρόνο. Θα ΄θελα να τους έβλεπα έστω και για λίγο ~. 3. δηλώνει εξαίρεση: Όλη νύχτα ήταν ξάγρυπνη· ~ δύο ώρες κοιμήθηκε, εκτός από δύο ώρες. 4α. σε λεκτικό σχήμα, συνήθ. πριν από ουσιαστικό ή επίθετο, για να μετριάσει ο ομιλητής την αρνητική του άποψη: ~ φόρεμα δε λέγεται αυτό που φοράς, δεν είναι φόρεμα. ~ χαρούμενη δεν είμαι, δεν είμαι καθόλου χαρούμενη. β. σε διάλογο, ως απάντηση που εκφράζει έκπληξη: Tο πήρα με τριακόσιες δραχμές. -~ τριακόσιες; Πού το πέτυχες; γ. σε αναφωνήσεις, δηλώνει έντονη επιθυμία να πραγματοποιηθεί κτ.: ~ να ερχόταν!, μακάρι να ερχόταν, αυτό είναι το μόνο που μ΄ ενδιαφέρει. II. σύνδεσμος κυρίως αντιθετικός· εισάγει πρόταση ή έννοια που περιορίζει ό,τι έχει προαναφερθεί ή που γενικά χαρακτηρίζεται από κάποιο βαθμό αντίθεσης προς τα προηγούμενα. 1. σε απλή αντιθετική σύνδεση: α. συνδέει καταφατική έννοια ή πρόταση με προηγούμενη αρνητική: Δεν πρόκειται να σας απασχολήσω πολύ· ~ δυο πράγματα θέλω να επισημάνω. Δεν ήθελαν πολλά, ~ να τους φτάνουν να ζουν. Tο δωμάτιο δεν είχε καρέκλες, ~ κάνα δυο μαξιλάρες ήταν ριγμένες στο πάτωμα. || συχνά μαζί με τον αντιθετικό σύνδεσμο παρά, κυρίως όταν υπάρχει στην προηγούμενη αρνητική πρόταση κάποια αντωνυμία: τίποτε (άλλο), κανείς (άλλος), άλλος: Aυτό δεν ενδιαφέρει άλλον (παρά) ~ εμένα. Tίποτε άλλο δε θέλει, παρά ~ να ηρεμήσει. β. εισάγει πρόταση που εκφράζει τον όρο ή την προϋπόθεση που πρέπει να ισχύσει, για να συμβεί αυτό που δηλώνει η προηγούμενη καταφατική πρόταση· αλλά, αρκεί μόνο να: Tα τρώει όλα τα φαγητά, ~ να είναι καλομαγειρεμένα. Mπορείτε να μείνετε, ~ να μη μας ενοχλείτε. 2. όχιαλλά / παρά και…, σε επιδοτική αντιθετική σύνδεση εισάγει το α' σκέλος, το λιγότερο σημαντικό: Όχι ~ θύμωσε, αλλά δε μας μιλάει κι από πάνω. 3. συχνά σε διάλογο, βοηθά τη μετάβαση του ομιλητή σε κτ. σχετικό με τα προηγούμενα· ειδικότερα εισάγει: α. τη με όρους συγκατάθεση του ομιλητή σε ό,τι έχει αναφερθεί ή προταθεί προηγουμένως: Πάμε μια βόλτα; -~ να τηλεφωνήσω στο σπίτι μου, ναι, σύμφωνοι αλλά να τηλεφωνήσω… β. την παρατήρηση ή γενικά την άποψη του ομιλητή: Είναι προσεγμένο και καλοφτιαγμένο, ~ ορισμένες λεπτομέρειες του έχουν ξεφύγει, αλλά του έχουν ξεφύγει… γ. σε επιφωνηματική χρήση: Στις εφτά αρχίζει το έργο· ~ εμπρός, βιάσου! 4. ~ που με αρνητική πρόταση· εισάγει έντονη αντίθεση προς τα προηγούμενα: Είναι πολύ όμορφο· ~ που δε φοριέται όλες τις ώρες. || (προφ.) ~ που δεν, λίγο έλειψε τελείως απρόσμενα να συμβεί το χειρότερο που εκφράζει το ρήμα που ακολουθεί: Σας φέρθηκε καλά; - Tι καλά, ~ που δε μας έδιωξε. 5. στη θέση χρονικού, υποθετικού συνδέσμου σε εκφορές με έμφαση, όπως: ~ που το φαντάζομαι, μου έρχεται τρέλα, και όταν απλώς το φαντάζομαι. ~ να το φανταστώ, κι αμέσως μου ΄ρχεται αναγούλα. ~ (και) με τη σκέψη ότι… / με την ιδέα ότι…, και όταν απλώς σκεφτώ: Aναστατώνεται ~ (και) με τη σκέψη ότι μπορεί να συναντηθούν. ~ (και) η σκέψη του ταξιδιού με κουράζει.

[μσν. μονάχα < μοναχά υποχωρ. (σύγκρ. κάκου, λάου)· μσν. μοναχά ουδ. πληθ. του επιθ. μοναχός]

[Λεξικό Κριαρά]
μοναχά, επίρρ.· μόναχα· μονάχα· μονάχανε· μόναχας· μονάχας· μοναχάς.
  • Ά Επίρρ.
    • 1)
      • α) Μόνον, αποκλειστικά (για να δηλωθεί μοναδικότητα προσώπου ή γεγονότος, αποκλειστικότητα):
        • τα κάλλη σου είναι μοναχάς γι’ αγγέλους καμωμένα (Πανώρ. Β́ 302· Πηγά, Χρυσοπ. 227 (54)
      • β) (στο σχ. όχι … μοναχά(ς), αλλά ή αμμέ, αμή, μα για σύνδεση επιδοτική):
        • όχι μοναχά εσάς, αλλ’ εκατό και δέκα μόνος μου πολεμώ εγώ (Διγ. O 2491· Μαχ. 46421), (Θυσ. 227), (Ερωτόκρ. Ά 1966
      • γ) (επιτ.) αποκλειστικά και μόνο για …, μόνο και μόνο για …:
        • (Φορτουν. Ιντ. ά 114
        • δεν είν’ τιμή 'νούς στρατηγού τον πόλεμο ν’ αφήσει και να γυρεύει μοναχάς μια κόρη να νικήσει (Στάθ. Ιντ. ά 16
        • (με επόμ. τελική πρόταση):
          • στα σωθικά σου θέλω ριζώσει μοναχάς να καίγω την καρδιά σου (Ζήν. Γ́ 174
      • δ) απλώς και μόνο, απλώς:
        • κι εκείνος δεν μου βάρηκε, μα μοναχάς με βρίζει (Τζάνε, Κρ. πόλ. 2263· Π. Ν. Διαθ. φ. 244α 19
        • (με προηγ. το επίρρ. μόνον):
          • μόνον με λόγον μοναχά θέλω να σας φοβίσω (Αλεξ. 2526
      • ε) (για να δηλωθεί εξαίρεση):
        • όλοι απεζά, εκείνος μοναχά καβαλλάρης (Βουστρ. Β 1177
        • (με προηγ. την πρόθ. παρά):
          • ανθρώπου κανενός να 'μπει δεν είν’ δοσμένον, παρά πρεσβύτων μοναχά κι ανθρώπων ιερωμένων (Σουμμ., Παστ. φίδ. Έ [162]).
    • 2) (Με αριθμητ. για να δηλωθεί μικρός αριθμός συγκριτικά με άλλη μεγαλύτερη ποσότητα):
      • οι Τούρκοι ήσαν λίγοι, μονάχας μια τριανταρά (Τζάνε, Κρ. πόλ. 41418
      • έκφρ. ένας, μία μοναχά = αποκλειστικά ένας ή μία (πβ. μοναχός Έκφρ.):
        • (Πανώρ. Ά 388), (Ερωτόκρ. Γ́ 839).
    • 3) Λιγάκι, για λίγο:
      • (Γύπ. Πρόλ. Διός 39).
    • 4) (Χρον.) αμέσως:
      • Μα εμάκρυνε και μοναχάς την εμιλιά μου χάνω (Πανώρ. Β́ 419).
    • 5) Ιδιαιτέρως, κατ’ ιδίαν:
      • τον πρίγκιπαν ελάλησαν και μοναχά τον λέγουν τα όσα εδιόρθωσαν (Χρον. Μορ. P 6393).
  • Β́ Ως σύνδ.
    • 1) Αντιθετικός
      • α) (μετά από αρνητ. πρόταση) παρά μόνο:
        • άλλη αφορμή δεν ήτονε, μονάχας τούτοι οι γάμοι (Φορτουν. Ιντ. ά 117· Λεηλ. Παροικ. 520
      • β) (στο σχ. παρά … μοναχά με προηγ. στην αρνητ. πρόταση την αντων. άλλος για να δηλωθεί περιοριστική αντίθεση):
        • δε μου 'ναι μπορετό άλλο να σας χαρίσω παρά με λόγια μοναχάς να σας ευκαριστήσω (Πανώρ. Έ 390
      • γ) αρκεί μόνο να … (για να δηλωθεί όρος, προϋπόθεση):
        • Άλλη δεν έχω πεθυμιά, μόνο 'ς θεριά να λάχω, τ’ άρματα ετούτα μοναχάς στα χέρια μου να τα 'χω (Πανώρ. Β́ 124· Τζάνε, Κρ. πόλ. 28926).
    • 2) (Χρον.) μόλις:
      • μοναχά να εξέβει το φεγγάρι, όλοι ας κινήσουν παρευτύς (Χρον. Μορ. Η 3918).

[<επίθ. μοναχός. Η λ. (Meursius) και ο τ. μονάχα και σήμ.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες