Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: λεύκωμα
6 εγγραφές [1 - 6]
[Λεξικό Κριαρά]
λεύκωμα το.
  • Πάθηση των ματιών:
    • (Ιερακοσ. 3938).

[αρχ. ουσ. λεύκωμα. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λεύκωμα 1 το [léfkoma] Ο49 : 1. βιβλίο που περιέχει συλλογή φωτογραφιών με ενιαίο θέμα (συνήθ. διάφορων τόπων, ιστορικών γεγονότων και προσώπων) με ή χωρίς κείμενο· (πρβ. άλμπουμ): ~ της Θεσσαλονίκης / των ολυμπιακών αγώνων / των ηρώων του ΄21 / του αντιφασιστικού αγώνα / του Πολυτεχνείου. Οικογενειακό ~. 2. ειδικό τετράδιο ή βιβλίο με λευκές σελίδες, όπου γράφονται (συνήθ. με ψευδώνυμα) γνώμες, σκέψεις, στίχοι κ.ά. του κατόχου και των φίλων του: Θέλεις να γράψεις κάτι στο λεύκωμά μου;

[λόγ. < αρχ. λεύκωμα `άσπρη πινακίδα για γράψιμο΄ σημδ. γαλλ. album (στη νέα σημ.) < λατ. album `άσπρη πινακίδα΄ (σημδ. του αρχ. λεύκωμα)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λεύκωμα 2 το : 1. (συνήθ. πληθ.) ονομασία μιας από τις σημαντικότερες οργανικές θρεπτικές ουσίες που υπάρχει στα κύτταρα κάθε ζωικού ή φυτικού στοιχείου· πρωτεΐνη: Tα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αυγά και το κρέας είναι τροφές πλούσιες σε λευκώματα. 2. πάθηση που συνίσταται στην παρουσία λευκώματος στα ούρα και οφείλεται σε βλάβη των νεφρών· λευκωματουρία. 3. το ασπράδι του αυγού.

[λόγ. < αρχ. λεύκωμα `ασπρίλα΄ σημδ. γαλλ. albumen (στις νέες σημ.) < υστλατ. album `ασπράδι αυγού΄ (πρβ. λεύκωμα 1)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λευκωματουρία η [lefkomaturía] Ο25 : (ιατρ.) πάθηση που συνίσταται στην παρουσία λευκώματος στα ούρα και οφείλεται σε βλάβη των νεφρών· λεύκωμα22.

[λόγ. λευκωματ- (λεύκωμα) + -ουρία μτφρδ. γαλλ. albuminurie]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λευκωματούχος -α / -ος -ο [lefkomatúxos] Ε14 : που περιέχει λεύκωμα21: Λευκωματούχες τροφές / ουσίες.

[λόγ. λευκωματ- (λεύκωμα) + -ούχος μτφρδ. γαλλ. albumineux]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
λευκωματώδης -ης -ες [lefkomatóδis] Ε11 : ο λευκωματούχος.

[λόγ. λευκωματ- (λεύκωμα) -ώδης μτφρδ. γαλλ. albumineux]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες