Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: κύημα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
κύημα το [kíima] Ο49 : το έμβρυο κατά τις δέκα πρώτες εβδομάδες της κύησης.

[λόγ. < αρχ. κύημα `έμβρυο΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go