Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: εφορμώ
1 εγγραφή
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εφορμώ [eformó] Ρ10.1α : κάνω ορμητική επίθεση εναντίον του αντιπάλου.

[λόγ. < αρχ. ἐφορμῶ]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες