Combined Search
| 1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- επιτροπεία η [epitropía] Ο25 : (νομ.) η επίσημη ανάθεση σε κπ. ορισμένων καθηκόντων διοικητικής, διαχειριστικής κτλ. φύσεως, από δημόσια εξουσία: Aναθέτω / ασκώ μία ~.
[λόγ. < αρχ. ἐπιτροπεία]



