Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: ενοικιάζω
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενοικιάζω [enikiázo] -ομαι Ρ2.1 : (λόγ.) 1. (ενεργ., για πρόσ.) νοικιάζω. α. παραχωρώ σε κπ. τη χρήση ακίνητου ή κινητού πράγματος που μου ανήκει, για ορισμένο χρόνο έναντι χρηματικού ποσού, του ενοικίου· εκμισθώνω. β. αποκτώ το δικαίωμα να χρησιμοποιώ ένα ακίνητο ή κινητό πράγμα, για ορισμένο χρόνο έναντι ενοικίου· μισθώνω. 2. (παθ., για πργ.) προσφέρομαι για χρήση με καταβολή ενοικίου: Ενοικιάζεται διαμέρισμα / γραφείο. Ενοικιαζόμενα δωμάτια. || (ως ουσ., προφ.) τα ενοικιάζεται, οι μικρές αγγελίες για ακίνητα που προσφέρονται για ενοικίαση: Έριξε μια ματιά στα ενοικιάζεται.

[λόγ. < μσν. ενοικιάζω `δίνω για ενοικίαση΄ < ενοίκι(ον) -άζω]

[Λεξικό Κριαρά]
ενοικιάζω· νοικιάζω.
  • 1) Παρέχω με ενοίκιο:
    • είς άνθρωπος ενοικιάζει το σπίτιν του ετέρου ανθρώπου (Ασσίζ. 3231).
  • 2) Παίρνω κ. με ενοίκιο:
    • ουδέ εκείνος να εβγεί οπού ενοικίασεν το σπίτιν έως τον καιρόν τον δηλούμενον (αυτ. 748).

[<ουσ. ενοίκιον + κατάλ. άζω. Ο τ. στο Βλάχ. και σήμ. Η λ. τον 6. αι.]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες