Combined Search
| 1 item total | << First < Previous Next > Last >> |
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
- εκτραχηλίζομαι [ektraxilízome] Ρ2.1β : εκτρέπομαι σε ανάρμοστη συμπεριφορά, σε απρεπείς και αναίσχυντες εκδηλώσεις ή, συνηθέστερα, σε απρεπείς εκφράσεις ή λόγια.
[λόγ. < αρχ. ενεργ. ἐκτραχηλίζω `διαστρέφω΄ (ελνστ. σημ.: `κάνω κπ. να χάσει τον έλεγχο της γλώσσας του΄)]



