Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: απαραίτητος -η -ο
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
απαραίτητος, επίθ.
  • Aναπόφευκτος:
    • (Bέλθ. 67).

[αρχ. επίθ. απαραίτητος. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
απαραίτητος -η -ο [aparétitos] Ε5 : που είναι απόλυτα αναγκαίος, που τον χρειάζεται κάποιος οπωσδήποτε ή που δεν μπορεί να γίνει κτ. χωρίς αυτόν: Πρέπει πρώτα να δημιουργηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις. H παρουσία σου στο δικαστήριο κρίνεται απαραίτητη. Δεν έχει τα απαραίτητα εφόδια / τις απαραίτητες γνώσεις. Mας έγινες ~. || Είναι απαραίτητο να…, πρέπει: Είναι απαραίτητο να σε δω σήμερα. || (ως ουσ.) τα απαραίτητα, ό,τι χρειαζόμαστε στην καθημερινή ζωή: Nα ΄χαμε τουλάχιστον τα απαραίτητα δε θα παραπονιόμασταν. απαραίτητα & απαραιτήτως ΕΠIΡΡ οπωσδήποτε: Πρέπει ~ να έχετε μαζί σας την αστυνομική ταυτότητα.

[λόγ. < αρχ. ἀπαραίτητος `που δε συγκινείται με προσευχές, αδυσώπητος΄ σημδ. γαλλ. inévitable, indispensable· λόγ. < αρχ. ἀπαραιτήτως]

[Λεξικό Γεωργακά]
απαραίτητος, -η, -ο [aparétitos] (L)
  • indispensable, essential (syn αναγκαίος2 2, απαιτούμενος 2):
    • απαραίτητη βάση, γνώση, μόρφωση |
    • απαραίτητα είδη, στοιχεία, χρήματα |
    • πράγματα απαραίτητα στο ταξίδι |
    • ~ όρος, απαραίτητη προϋπόθεση necessary condition, sine qua non |
    • απαραίτητα δικαιολογητικά necessary supporting documents |
    • η τεχνική βοήθεια είναι απαραίτητη για την επιβίωση της βιοτεχνίας |
    • απαραίτητη η καθαριότης του στόματος ύστερ' από κάθε φαγητό (Louros) |
    • όταν θα πέθαινε, δε θα τον έθαφταν σύμφωνα με τους απαραίτητους τύπους (Kazantz) |
    • μια λεπτότητα κοσμική είναι το πρώτο και απαραιτητότερο προσόν για τον Έλληνα διπλωμάτη (Athanasiadis-N) |
    • poem και ~, και μόνος, και μεγάλος | αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος (Kavafis)

[fr kath απαραίτητος ← MG ← K (also pap), AG]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες