Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αντιτορπιλικό
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Γεωργακά]
αντιτορπιλικό [anditorpilikó] το, (L) navy
  • torpedo-boat destroyer, destroyer:
    • τορπιλικά, αντιτορπιλικά και άλλα μικρά πλοία |
    • ~ ταχείας συνοδείας escort destroyer |
    • ~ συνοδείας ανοικτής θαλάσσης ocean escort destroyer

[substantiv. n of αντιτορπιλικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αντιτορπιλικός -ή -ό [anditorpilikós] Ε1 : που προστατεύει από τις τορπίλες. || (ως ουσ.) το αντιτορπιλικό, πολεμικό πλοίο με ειδικό εξοπλισμό, κατάλληλο για την καταδίωξη τορπιλοβόλων ή για την απόκρουση τορπιλών.

[λόγ. αντι- + τορπίλ(η) -ικός μτφρδ. γαλλ. contre-torpilleur]

[Λεξικό Γεωργακά]
αντιτορπιλικός, -ή, -ό [anditorpilikós] (L) navy
  • protecting against or destroying torpedoes:
    • αντιτορπιλικό σκάφος |
    • αντιτορπιλικό δίκτυο torpedo net

[fr kath (neol Koumanoudis) αντιτορπιλλικός, cpd w. τορπιλλικός (-όν σκάφος)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες