Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αναμόρφωση
2 εγγραφές [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναμόρφωση η [anamórfosi] Ο33 : 1.η ενέργεια του αναμορφώνω. α. ριζική αλλαγή και βελτίωση ενός θεσμού ή συστήματος: H ~ των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Εργάζεται για την ~ της κοινωνίας. || ~ ενός χώρου, αναδιαρρύθμιση και ανακατασκευή των κτισμάτων· ανάπλαση. β. βελτίωση της αγωγής ενός νέου συνήθ. ατόμου που έχει παραστρατήσει. 2. (φυσ.) μετασχηματισμός της μορφής του ειδώλου ενός αντικειμένου, με κατάλληλα κάτοπτρα και φακούς.

[λόγ.: 1: ελνστ. ἀναμόρφω(σις) `νέα διαμόρφωση, ανανέωση΄ -ση & σημδ. γαλλ. réforme, réformation· 2: γαλλ. anamorphose < ana- = ανα- + αρχ. μορφ(ή) -ose = -ωσις > -ωση]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναμόρφωση [anamórfosi] η, (L) (& kath αναμόρφωσις), gen αναμόρφωσης (& αναμορφώσεως)
  • reshaping, reworking (syn ανανέωση, ανακαίνιση):
    • πολεοδομική ~ της πρωτεύουσας |
    • ~ ορισμένων αιθουσών του οικοδομήματος |
    • ριζική ~ των διδακτικών βιβλίων, του φορολογικού συστήματος |
    • ~ της παιδείας, ~ του σχολικού συστήματος |
    • θεωρητική ~ της φυσικής έπειτα από τις νεώτερες έρευνες |
    • πολιτική ~ |
    • κοινωνικές, οικονομικές αναμορφώσεις |
    • ~ του συστήματος αξιών |
    • ~ του δικαστικού κλάδου |
    • πολιτιστική ~ με βάση τα λαϊκά στοιχεία |
    • "τα βασιλικά" .. είναι η ~ σ' ελληνική γλώσσα της νομοθεσίας του Iουστινιανού (Kanellop) |
    • η ~ του γένους, ο διαφωτισμός, το ξύπνημα (Petsalis)
  • ⓐ change, transformation (syn αλλαγή, μεταβολή):
    • απ' όλο αυτό το αιματηρό, δυναμικό αναμέτρημα .. επρόκειτο να προέλθει μια ριζική ~ του παγκόσμιου χάρτη (Roussos)
  • ⓑ milit phr κέντρο αναμορφώσεως rehabilitation center (syn in αναμορφωτήριο 2)

[fr kath αναμόρφωσις ← MG αναμόρφωσις ← PatrG ἀναμόρφωσις, der of ἀναμορφῶ (-όω)]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες