Παράλληλη αναζήτηση

Βρες

Επιλογές αναζήτησης

Καλάθι

Αναζήτηση για: αναγράφω
3 εγγραφές [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αναγράφω [anaγráfo] -ομαι Ρ αόρ. ανέγραψα, απαρέμφ. αναγράψει, παθ. αόρ. αναγράφηκα και αναγράφτηκα, απαρέμφ. αναγραφεί και αναγραφτεί : (λόγ.) γράφω κτ., συνήθ. πάνω σε μια εξωτερική επιφάνεια: Στα κουτιά πρέπει να αναγράφεται η τιμή του προϊόντος. Tα είδη που αναγράφονται σ΄ αυτόν τον κατάλογο…, που γράφονται, που αναφέρονται. || καταχωρίζω: Στον προϋπολογισμό αναγράφηκε ειδική πίστωση. || δημοσιεύω κτ. συνήθ. σε εφημερίδα.

[λόγ. < αρχ. ἀναγράφω `χαράζω δημόσια επιγραφή, καταχωρώ΄]

[Λεξικό Κριαρά]
αναγράφω.
  • 1) Aπογράφω, απαριθμώ:
    • παν αρσενικό από υιόν μηνού και απάνου να τους αναγράψεις (Πεντ. Aρ. III 15
    • επαράγγειλεν ο Kύριος τον Mωσέ και ανάγραψέν τους εις την έρημο του Σιναΐ (αυτ. Aρ. I 19).
  • 2) Aποδίδω σε κάπ. κ.:
    • αναγράφει (ενν. ο Θεός) κρίμα γονεών ιπί παιδιά (αυτ. Δευτ. V 9).
  • 3) Oρίζω, τοποθετώ κάπ. αρχηγό:
    • να αναγράψουν αρχούς στρατιές εις κεφαλατίκι του λαού (αυτ. Δευτ. XX 9).
  • 4) Kαθορίζω υποχρέωση, αναθέτω σε κάπ. (φροντίδα):
    • να αναγράψετε απάνου τους με φύλαξη όλο το σήκωμά τους (αυτ. Aρ. IV 27).
  • 5) Προσέχω, φροντίζω:
    • ανάγραψεν ο Kύριος τα παιδιά του Iσραέλ, και ότι είδε την φτώχα τους (αυτ. Έξ. IV 31
    • (με σύστ. αντικ.):
      • (αυτ. Γέν. L 24).

[αρχ. αναγράφω. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
αναγράφω [anaγráfo] ipf ανέγραφα, aor ανέγραψα & ανάγραψα, subj αναγράψω, pass αναγράφομαι, aor αναγράφηκε & (L) ανεγράφη, ppp αναγραμμένος
  • ① write, note (syn σημειώνω, γράφω):
    • να τι ανάγραψα για θυμητικό (Papatsonis) |
    • θ' αναγράψη και τα γερμανικά ονόματα ή τοπωνύμια στα γαλλικά (Panagiotop) |
    • αν καταπιανόσουν ν' αναγράψης μόνο τα ονόματά τους, θα 'φτιανες λεξικό (Zalokostas) |
    • στις σημειώσεις ανέγραψε ό,τι ξεχώρισε από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κάθε βιβλίου (Thrylos)
  • ② inscribe (syn εγγράφω [σε σκληρή ύλη]):
    • στα δύο ψηφίσματα αναγράφεται και το όνομα του καλλιτέχνη (Dakaris) |
    • τα ονόματα των πεσόντων αναγράφηκαν στην αναμνηστική πλάκα
  • ③ record, enter, register:
    • το θερμόμετρο ανέγραψε 40Ô (σαράντα βαθμούς) Kελσίου υπό σκιά(ν) |
    • η ιστορία αναγράφει ονόματα (Panagiotop) |
    • ανέγραψαν στο ενεργητικό τους έναν ασυνήθιστα μεγάλον αριθμό παραστάσεων (Thrylos) |
    • απαγορεύονται ν' αναγράφονται διατάξεις για συντάξεις σε νόμους που έχουν σκοπό να ρυθμίσουν άλλα θέματα (Christidis EΣ)
  • ⓐ library, bibliogr etc enter, record, catalog, list:
    • τα βιβλία της βιβλιοθήκης αναγράφονται σ' ένα γενικόν κατάλογο |
    • το βιβλίο ή το άρθρο αναγράφεται στην ειδική βιβλιογραφία του θέματος (Dimaras) |
    • ~ υπό τον τίτλο (υπό τον συγγραφέα, υπό το θέμα, υπό την πρώτη λέξη του τίτλου) enter under the title (under the author, under the subject, under the first word of the title)
  • ④ make known, spell out (syn γνωστοποιώ):
    • σε καταλόγους πάνω από τον πάγκο αναγράφουνται οι τιμές όλων των ειδών (Karantonis) |
    • οι λόγοι της πίστης προς το καθεστώς είναι άλλοι από εκείνους που το κίνημα ανέγραφε στη σημαία του πριν φθάση στην εξουσία (Kasimatis) |
    • στην διαθήκη του ανέγραψε ρητά ότι ήθελε να ταφή χωρίς την παρέμβαση της εκκλησίας (Thrylos)
  • ⑤ journ publish, insert (syn εκθέτω, καταχωρίζω, δημοσιεύω):
    • οι εφημερίδες αναγράφουν τα επεισόδια της Bουλής or ανέγραψαν λεπτομέρειες της υποδοχής |
    • οι εφημερίδες ανέγραψαν την επομένη τα αποτελέσματα της ταυρομαχίας (Ouranis) |
    • στα σημερινά φύλλα αναγράφονται φήμες περί παραιτήσεως της Kυβερνήσεως
  • ⑥ mention, list (syn αναφέρω):
    • αναγράφει στην προμετωπίδα του δοκιμίου τα ονόματα δύο ποιητών (Dimaras) |
    • οι ζωγράφοι αναγράφουν τους τίτλους των έργων τους μέσα στα προγράμματα των εκθέσεων, για να καθοδηγήσουν το θεατή (Papanoutsos) |
    • για να ξεχωρίση η Nεάπολις από τις άλλες ομώνυμες πόλεις αναγράφεται σαν Nεάπολις εν Θράκη (Lazaridis) |
    • δεν ευσταθούν οι περισσότεροι ορισμοί της πολιτικής, που αναγράφονται σε διάφορα συγγράμματα ή λεξικά (Despotop)
  • ⑦ authorize, set (syn εγγράφω, περνώ):
    • το κονδύλι για τα συσσίτια των απόρων μαθητών ανεγράφη στον προϋπολογισμό του δήμου the item on the (free) meals for indigent pupils was included in the municipality's budget, was budgeted
  • ⑧ register, of real estate (syn μεταγράφω)
  • ⑨ prescribe (syn διατάσσω, ορίζω, δίνω συνταγή για):
    • ποιος γιατρός τολμά να μη τις αναγράψη τις σκευασίες ορμονών; (Katsigra)

[fr MG αναγράφω ← K, PatrG ← AG]

< Προηγούμενο   [1]   Επόμενο >
Μετάβαση στη σελίδα:Βρες