Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: αβαρής -ής -ές
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αβαρής -ής -ές [avarís] Ε10 : που δεν έχει καθόλου ή πολύ βάρος, άβαρος.

[λόγ. < αρχ. ἀβαρής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go