Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (290-321)


290ΚΑ. καὶ μὴν ἐγὼ βουλήσομαι —θρεττανελο— τὸν Κύκλωπα
μιμούμενος καὶ τοῖν ποδοῖν ὡδὶ παρενσαλεύων
ὑμᾶς ἄγειν. ἀλλ᾽ εἶα, τέκεα, θαμίν᾽ ἐπαναβοῶντες
βληχώμενοί τε προβατίων
αἰγῶν τε κιναβρώντων μέλη
295ἕπεσθ᾽ ἀπεψωλημένοι· τράγοι δ᾽ ἀκρατιεῖσθε.
ΧΟ. ἡμεῖς δέ γ᾽ αὖ ζητήσομεν —θρεττανελο— τὸν Κύκλωπα
βληχώμενοι σὲ τουτονὶ πινῶντα καταλαβόντες,
πήραν ἔχοντα λάχανά τ᾽ ἄγρια δροσερά, κραιπαλῶντα
ἡγούμενον τοῖς προβατίοις,
300εἰκῇ δὲ καταδαρθόντα που
μέγαν λαβόντες ἡμμένον σφηκίσκον ἐκτυφλῶσαι.

ΚΑ. ἐγὼ δὲ τὴν Κίρκην γε, τὴν τὰ φάρμακ᾽ ἀνακυκῶσαν,
ἣ τοὺς ἑταίρους τοῦ— Φιλωνίδου ποτ᾽ ἐν Κορίνθῳ
ἔπεισεν ὡς ὄντας κάπρους
305μεμαγμένον σκῶρ ἐσθίειν, —αὐτὴ δ᾽ ἔματτεν αὐτοῖς—,
μιμήσομαι πάντας τρόπους·
ὑμεῖς δὲ γρυλίζοντες ὑπὸ φιληδίας
ἕπεσθε μητρί, χοῖροι.
ΧΟ. οὐκοῦν σέ, τὴν Κίρκην γε, τὴν τὰ φάρμακ᾽ ἀνακυκῶσαν
310καὶ μαγγανεύουσαν μολύνουσάν τε τοὺς ἑταίρους
λαβόντες ὑπὸ φιληδίας
τὸν Λαρτίου μιμούμενοι τῶν ὄρχεων κρεμῶμεν,
μινθώσομέν θ᾽ ὥσπερ τράγου
τὴν ῥῖνα· σὺ δ᾽ Ἀρίστυλλος ὑποχάσκων ἐρεῖς·
315«ἕπεσθε μητρί, χοῖροι.»

ΚΑ. ἀλλ᾽ εἶά νυν τῶν σκωμμάτων ἀπαλλαγέντες ἤδη
ὑμεῖς ἐπ᾽ ἄλλ᾽ εἶδος τρέπεσθ᾽,
ἐγὼ δ᾽ ἰὼν ἤδη λάθρᾳ
βουλήσομαι τοῦ δεσπότου
320λαβών τιν᾽ ἄρτον καὶ κρέας
μασώμενος τὸ λοιπὸν οὕτω τῷ κόπῳ ξυνεῖναι.

‹ΧΟΡΟΥ›


ΚΑΡ. Πώς μου ᾽ρχεται —τραλαλαλά— τον Κύκλωπα να κάνω,290
χοροπηδώντας έτσι δα και να σας χαϊνταντίζω!
Χάιντε, μικρά μου ζωντανά, σκούζετ᾽ όσο βαστάτε,
και σαν τ᾽ αρνιά βελάζοντας
και σαν τραγιά, που ζέχνουν βαρβατίλα,
ξεφηκαρώστε κι άμετε να φάτε νιο χορτάρι.

ΧΟΡ. Κι εμείς σένα τον Κύκλωπα θα πάρουμε ξοπίσω
—τραλαλαλά— βελάζοντας κι άμα λιγδή σε βρούμε
με φίσκα το ταγάρι σου δροσερολάχαν᾽ άγρια
να σαλαγάς τα πρόβατα
κι άμα πέσεις ξερός απ᾽ το μεθύσι,300
τότε θα σε τυφλώσουμε μ᾽ ένα καυτό παλούκι.

ΚΑΡ. Κι εγώ την Κίρκη μ᾽ όλα της τα κόλπα θα σου κάνω,
τη στρίγκλα, που σκαρώνει μαγιοβότανα,
που κάποτε ξεγέλασε στην Κόρθο τα συντρόφια
του Φιλωνίδη και τηνε πιστέψανε,
πως ήταν γουρουνόπουλα·
μαγαρισιές τούς τάγισε, που η ίδια τις εζύμωσε…
Τρεχάτε, γουρουνόπουλα, πίσου απ᾽ τη σκρόφα μάνα σας.

ΧΟΡ. Λοιπόν κι εμείς την Κίρκη εσένα, μάισσα φαρμακεύτρα,
που τα παιδιά μαγάρισες, βρομόλυσσα,310
γερά θα σε βουτήξουμε, καθώς ο γιος του Λαέρτη,
απ᾽ τ᾽ αχαμνά σου για να σε κρεμάσουμε.
Τη μούρη θα σου τρίψουμε
με βρομισιές και θα φωνάζεις δυνατά και χάχικα:
τρεχάτε, γουρουνόπουλα, πίσου απ᾽ τη σκρόφα μάνα σας.

ΚΑΡ. Καιρός να παρατήσουμε τα χωρατά
κι άλλο παιχνίδι αρχίστε·
κι εγώ κρυφά τρυπώνοντας
στ᾽ αφεντικού μου το κελάρι
κρέας θα σουφρώσω και ψωμί320
και μασουλώντας δω κι ομπρός να σας βοηθάω χορτάτος.