Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (885-925)


885ΚΑ. ἀλλ᾽ οὐδέν᾽ ἔστι συκοφάντου δήγματος.
ΣΥ. ἆρ᾽ οὐχ ὕβρις ταῦτ᾽ ἐστὶ πολλή; σκώπτετον,
ὅ τι δὲ ποεῖτον ἐνθάδ᾽ οὐκ εἰρήκατον.
οὐκ ἐπ᾽ ἀγαθῷ γὰρ ἐνθάδ᾽ ἐστὸν οὐδενί.
ΚΑ. μὰ τὸν Δί᾽ οὔκουν τῷ γε σῷ, σάφ᾽ ἴσθ᾽ ὅτι.
890ΣΥ. ἀπὸ τῶν ἐμῶν γὰρ ναὶ μὰ Δία δειπνήσετον.
ΔΙ. ὡς δὴ ᾽π᾽ ἀληθείᾳ σὺ μετὰ τοῦ μάρτυρος
διαρραγείης— ΚΑ. μηδενός γ᾽ ἐμπλήμενος.
ΣΥ. ἀρνεῖσθον; ἔνδον ἐστίν, ὦ μιαρωτάτω,
πολὺ χρῆμα τεμαχῶν καὶ κρεῶν ὠπτημένων.
895ὓ ὗ ὓ ὗ ὓ ὗ ὓ ὗ ὓ ὗ ὓ ὗ.
ΚΑ. κακόδαιμον, ὀσφραίνει τι; ΔΙ. τοῦ ψύχους γ᾽ ἴσως.
ἐπεὶ τοιοῦτόν γ᾽ ἀμπέχεται τριβώνιον.
ΣΥ. ταῦτ᾽ οὖν ἀνασχέτ᾽ ἐστίν, ὦ Ζεῦ καὶ θεοί,
τούτους ὑβρίζειν εἰς ἔμ᾽; οἴμ᾽ ὡς ἄχθομαι
900ὅτι χρηστὸς ὢν καὶ φιλόπολις πάσχω κακῶς.
ΔΙ. σὺ φιλόπολις καὶ χρηστός; ΣΥ. ὡς οὐδείς γ᾽ ἀνήρ.
ΔΙ. καὶ μὴν ἐπερωτηθεὶς ἀπόκριναί μοι. ΣΥ. τὸ τί;
ΔΙ. γεωργὸς εἶ; ΣΥ. μελαγχολᾶν μ᾽ οὕτως οἴει;
ΔΙ. Ἀλλ᾽ ἔμπορος; ΣΥ. ναί, σκήπτομαί γ᾽, ὅταν τύχω.
905ΔΙ. τί δαί; τέχνην τιν᾽ ἔμαθες; ΣΥ. οὐ μὰ τὸν Δία.
ΔΙ. πῶς οὖν διέζης ἢ πόθεν μηδὲν ποιῶν;
ΣΥ. τῶν τῆς πόλεώς εἰμ᾽ ἐπιμελητὴς πραγμάτων
καὶ τῶν ἰδίων πάντων. ΔΙ. σύ; τί μαθών; ΣΥ. βούλομαι.
ΔΙ. πῶς οὖν ἂν εἴης χρηστός, ὦ τοιχωρύχε,
910εἴ σοι προσῆκον μηδὲν εἶτ᾽ ἀπεχθάνει;
ΣΥ. οὐ γὰρ προσήκει τὴν ἐμαυτοῦ μοι πόλιν
εὐεργετεῖν, ὦ κέπφε, καθ᾽ ὅσον ἂν σθένω;
ΔΙ. εὐεργετεῖν οὖν ἐστι τὸ πολυπραγμονεῖν;
ΣΥ. τὸ μὲν οὖν βοηθεῖν τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις
915καὶ μὴ ᾽πιτρέπειν ἐάν τις ἐξαμαρτάνῃ.
ΔΙ. οὔκουν δικαστὰς ἐξεπίτηδες ἡ πόλις
ἄρχειν καθίστησιν; ΣΥ. κατηγορεῖ δὲ τίς;
ΔΙ. ὁ βουλόμενος. ΣΥ. οὐκοῦν ἐκεῖνός εἰμ᾽ ἐγώ.
ὥστ᾽ εἰς ἔμ᾽ ἥκει τῆς πόλεως τὰ πράγματα.
920ΔΙ. νὴ Δία, πονηρόν γ᾽ ἆρα προστάτην ἔχει.
ἐκεῖνο δ᾽ οὐ βούλοι᾽ ἄν, ἡσυχίαν ἔχων
ζῆν ἀργός; ΣΥ. ἀλλὰ προβατίου βίον λέγεις,
εἰ μὴ φανεῖται διατριβή τις τῷ βίῳ.
ΔΙ. οὐδ᾽ ἂν μεταμάθοις; ΣΥ. οὐδ᾽ ἂν εἰ δοίης γέ μοι
925τὸν Πλοῦτον αὐτὸν καὶ τὸ Βάττου σίλφιον.


ΚΑΡ. Δε σε φυλάει καθόλου από το δάγκωμα
καταδότη. ΣΥΚ. Μα τί ξετσιπωσιά
είναι τούτη να με περιγελάτε!
Μα τί ζητάτ᾽ εδώ δε μολογάτε.
Τι για καλό δεν είστε μαζεμένοι.
ΚΑΡ. Να ξέρεις, όχι για καλό δικό σου!
ΣΥΚ. Ναι μά το Δία, με τα δικά μου πράματα
θα φάτε και θα πιείτε. ΚΑΡ. Μπα να σκάσεις890
και συ κι ο μάρτυράς σου μ᾽ αδειανή
την κοιλιά σας. ΣΥΚ. Αρνιόσαστε λοιπόν;
Νά, μέσα έχετε μπόλικα, ω βρομιάρηδες,
παστόψαρα και κρέας καλοψημένο!
(Οσμίζεται)
Ουμ! ουμ! ουμ! ουμ…
ΔΙΚ. Κακομοίρη, τί ρουθουνίζεις έτσι;
ΚΑΡ. Συνάχωσε, γιατί φοράει κουρέλια.
ΣΥΚ. Ω Δία κι όλ᾽ οι θεοί, δεν υποφέρω
να με περιγελούν. Αλλά, πώς θλίβομαι
να μ᾽ αδικούν εμένα τίμιον άνθρωπο
και πατριώτη. ΔΙΚ. Συ τίμιος και πατριώτης;900
ΣΥΚ. Όσο κανένας άλλος. ΔΙΚ. Άι λοιπόν,
θα σε ρωτώ κι απάντα μου. ΣΥΚ. Τί πράμα;
ΔΙΚ. Είσαι γεωργός; ΣΥΚ. Μα για τρελό με πήρες;
ΔΙΚ. Μήπως έμπορος; ΣΥΚ. Ναι, το προφασίζομαι!
Χρειάζεται να γλιτώσω τα δοσίματα.
ΔΙΚ. Τί τέχνη ξέρεις; ΣΥΚ. Ποιός, εγώ; Καμία!
ΔΙΚ. Λοιπόν, αφού καμιά δουλειά δεν κάνεις,
το ψωμί σου από πού και πώς το βγάζεις;
ΣΥΚ. Εγώ φροντίζω για όλα τα ζητήματα
ατομικά ή δημόσια. ΔΙΚ. Συ; Και πώς;
ΣΥΚ. Κάνω το συμβουλάτορα του κόσμου.
ΔΙΚ. Αλλά πώς θα μπορούσες, λωποδύτη,
να ᾽σαι τίμιος, που πας και ανακατεύεσαι
σ᾽ αλλονώνε δουλειές και σε μισούνε;910
ΣΥΚ. Και δεν είναι δουλειά, ρε κουτορνίθι,
να ευεργετώ την πόλη, όσο μπορώ;
ΔΙΚ. Ευεργεσία το λες, παντού να χώνεις
την ουρά σου; ΣΥΚ. Και πώς, αφού βοηθάω
τους νόμους και κανένα δεν αφήνω
να τους πατά; ΔΙΚ. Μα η πολιτεία δεν έχει
δικαστάδες γι᾽ αυτήνε τη δουλειά;
ΣΥΚ. Και μηνυτής ποιός γίνεται; ΔΙΚ. Που θέλει.
ΣΥΚ. Εγώ το θέλω! Ώστε δικαίωμα έχω
το δημόσιο να προστατεύω εγώ.
ΔΙΚ. Μεγάλη λέρα έχει προστάτη η πόλη.920
Και δε σου αρέσει δα να κάθεσαι ήσυχα
και ξένοιαστα να ζεις; ΣΥΚ. Για αρνί με πήρες
να ζω δίχως φροντίδα στο κεφάλι;
ΔΙΚ. Δεν εννοείς λοιπόν ν᾽ αλλάξεις χούγια;
ΣΥΚ. Ουδ᾽ ακόμα κι αν μου ᾽δινες τον ίδιο
τον Πλούτο και τα μπάρσαμα του Βάττου.