Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (684-725)


ΓΥ. ταλάντατ᾽ ἀνδρῶν, οὐκ ἐδεδοίκεις τὸν θεόν;
685ΚΑ. νὴ τοὺς θεοὺς ἔγωγε, μὴ φθάσειέ με
ἐπὶ τὴν χύτραν ἐλθὼν ἔχων τὰ στέμματα.
ὁ γὰρ ἱερεὺς αὐτοῦ με προὐδιδάξατο.
τὸ γρᾴδιον δ᾽ ὡς ᾔσθετο δή μου τὸν ψόφον,
τὴν χεῖρ᾽ ὑπῆρε· κᾆτα συρίξας ἐγὼ
690ὀδὰξ ἐλαβόμην ὡς παρείας ὢν ὄφις.
ἡ δ᾽ εὐθέως τὴν χεῖρα πάλιν ἀνέσπασεν,
κατέκειτό θ᾽ αὑτὴν ἐντυλίξασ᾽ ἡσυχῇ
ὑπὸ τοῦ δέους βδέουσα δριμύτερον γαλῆς.
κἀγὼ τότ᾽ ἤδη τῆς ἀθάρης πολλὴν ἔφλων·
695ἔπειτ᾽ ἐπειδὴ μεστὸς ἦν, ἀνεπαυόμην.
ΓΥ. ὁ δὲ θεὸς ὑμῖν οὐ προσῄειν; ΚΑ. οὐδέπω.
μετὰ τοῦτο δ᾽ ἤδη καὶ γέλοιον δῆτά τι
ἐπόησα. προσιόντος γὰρ αὐτοῦ μέγα πάνυ
ἀπέπαρδον· ἡ γαστὴρ γὰρ ἐπεφύσητό μου.
700ΓΥ. ἦ πού σε διὰ τοῦτ᾽ εὐθὺς ἐβδελύττετο.
ΚΑ. οὔκ, ἀλλ᾽ Ἰασὼ μέν τις ἀκολουθοῦσ᾽ ἅμα
ὑπηρυθρίασε χἠ Πανάκει᾽ ἀπεστράφη
τὴν ῥῖν᾽ ἐπιλαβοῦσ᾽· οὐ λιβανωτὸν γὰρ βδέω.
ΓΥ. αὐτὸς δ᾽ ἐκεῖνος; ΚΑ. οὐ μὰ Δί᾽ οὐδ᾽ ἐφρόντισεν.
705ΓΥ. λέγεις ἄγροικον ἄρα σύ γ᾽ εἶναι τὸν θεόν;
ΚΑ. μὰ Δί᾽ οὐκ ἔγωγ᾽, ἀλλὰ σκατοφάγον. ΓΥ. αἲ τάλαν.
ΚΑ. μετὰ ταῦτ᾽ ἐγὼ μὲν εὐθὺς ἐνεκαλυψάμην
δείσας, ἐκεῖνος δ᾽ ἐν κύκλῳ τὰ νοσήματα
σκοπῶν περιῄει πάντα κοσμίως πάνυ.
710ἔπειτα παῖς αὐτῷ λίθινον θυείδιον
παρέθηκε καὶ δοίδυκα καὶ κιβώτιον.
ΓΥ. λίθινον; ΚΑ. μὰ Δί᾽ οὐ δῆτ᾽, οὐχὶ τό γε κιβώτιον.
ΓΥ. σὺ δὲ πῶς ἑώρας, ὦ κάκιστ᾽ ἀπολούμενε,
ὃς ἐγκεκαλύφθαι φῄς; ΚΑ. διὰ τοῦ τριβωνίου·
715ὀπὰς γὰρ εἶχεν οὐκ ὀλίγας μὰ τὸν Δία.
πρῶτον δὲ πάντων τῷ Νεοκλείδῃ φάρμακον
κατάπλαστον ἐνεχείρησε τρίβειν, ἐμβαλὼν
σκορόδων κεφαλὰς τρεῖς Τηνίων. ἔπειτ᾽ ἔφλα
ἐν τῇ θυείᾳ συμπαραμειγνύων ὀπὸν
720καὶ σχῖνον· εἶτ᾽ ὄξει διέμενος Σφηττίῳ
κατέπλασεν αὐτοῦ τὰ βλέφαρ᾽ ἐκστρέψας, ἵνα
ὀδυνῷτο μᾶλλον. ὁ δὲ κεκραγὼς καὶ βοῶν
ἔφευγ᾽ ἀνᾴξας· ὁ δὲ θεὸς γελάσας ἔφη·
«ἐνταῦθά νυν κάθησο καταπεπλασμένος,
725ἵν᾽ ἐπομνύμενον παύσω σε τὰς ἐκκλησίας.»


ΓΥΝ. Άθλιε! Και το θεό δεν τον φοβήθηκες;
ΚΑΡ. Φοβήθηκα, μά τους θεούς, μην πάει
και με προλάβει ο ίδιος στο τσουκάλι
στεφανοφορεμένος. Του παπά
το φέρσιμο μου στάθηκε παράδειγμα.
Μα η γριούλα σαν ένιωσε το θόρυβο
που ᾽κανα, στο τσουκάλι απλώνει. Τότες
σφύριξα σαν το φίδι και το χέρι690
της δάγκωσα, κι εκείνη ευτύς το τράβηξε
και το ᾽κρυψε από κάτου απ᾽ τη βελέντζα
και ζάρωσεν εκεί, κι απ᾽ την τρομάρα
βρόμισε πιο χειρότερα από γάτα.
Και τότε εγώ στη χύτρα πέφτω κι άμα
την τύλωσα γερά, πλάγιασα πάλι.
ΓΥΝ. Καλά, ο Θεός δεν ήρθεν; ΚΑΡ. Όχι ως τότες.
Σαν ήρθ᾽ έκανα κάτι να γελάς.
Καθώς ζύγωνε, αμόλησα έναν φόρτσο,
γιατί η κοιλιά μου πήγαινε να σκάσει.
ΓΥΝ. Και βέβαια σε σιχάθηκε ο Θεός.700
ΚΑΡ. Μπα! Μονάχα η Ιασώ ξεροκοκκίνισε,
η κόρη του, που ερχότανε από πίσω,
και βούλωσε η Πανάκεια, η άλλη κόρη του,
τα ρουθούνια και γύρισε τα μούτρα.
Καθώς ξέρεις, δεν ξεφυσάω λιβάνι!
ΓΥΝ. Κι ο Θεός; ΚΑΡ. Μπα. Δε γνοιάστηκε καθόλου.
ΓΥΝ. Λες να ᾽ναι τόσο αναίσθητος; ΚΑΡ. Καθόλου.
Μονάχα κοπροφάγος! ΓΥΝ. Σουτ, βρομιάρη!
ΚΑΡ. Ύστερα κουκουλώθηκα σκιαγμένος
κι εκείνος τους αρρώστους πήρε βόλτα
και σοβαρά τους ξέταζ᾽ έναν έναν.
Και το παιδί τού φέρνει ένα πετρένιο710
γουδί και γουδοχέρι — και κουτί.
ΓΥΝ. Πετρένιο; ΚΑΡ. Βέβαια όχι το κουτί.
ΓΥΝ. Και πώς τα ᾽δες, οπού νταμπλάς να σού ᾽ρθει;
Ήσουνα, καθώς λες, κουκουλωμένος.
ΚΑΡ. Απ᾽ το τριβώνιο μέσα — είναι όλο τρύπες!
Κι άρχισε πρώτα για το Νεοκλείδη
να τρίβει ένα κατάπλασμα: τρία σκόρδα
ντηνιακά, σκυλοκρόμμυδο, βορβούς
και γάλα, ξίδι σπατανέικο — κι όλα
τα δούλεψε καλά μες στο γουδί
κι ύστερα του ξεστρέφει τα ματόφυλλα720
και του τ᾽ αλείφει να πονάει αβάσταγα.
Κι ως ξεπετάχτη εκείνος ξεφωνώντας
και σκούζοντας να φύγει, ο θεός γελώντας:
«Κάτσε αυτού μπλαστρωμένος να σου μάθω
να παίρνεις ψεύτικο όρκο στη λαοσύναξη!»