Γραφικό

Μνημοσύνη
Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

Μνημοσύνης δ᾽ ἐξαῦτις ἐράσσατο καλλικόμοιο,
ἐξ ἧς οἱ Μοῦσαι χρυσάμπυκες ἐξεγένοντο
ἐννέα, τῇσιν ἅδον θαλίαι καὶ τέρψις ἀοιδῆς. Ησίοδος, Θεογονία 915-7

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ

Πλοῦτος (26-55)


ΧΡ. ἀλλ᾽ οὔ σε κρύψω· τῶν ἐμῶν γὰρ οἰκετῶν
πιστότατον ἡγοῦμαί σε καὶ κλεπτίστατον.
ἐγὼ θεοσεβὴς καὶ δίκαιος ὢν ἀνὴρ
κακῶς ἔπραττον καὶ πένης ἦν. ΚΑ. οἶδά τοι.
30ΧΡ. ἕτεροι δ᾽ ἐπλούτουν. ἱερόσυλοι, ῥήτορες
καὶ συκοφάνται καὶ πονηροί. ΚΑ. πείθομαι.
ΧΡ. ἐπερησόμενος οὖν ᾠχόμην ὡς τὸν θεόν,
τὸν ἐμὸν μὲν αὐτοῦ τοῦ ταλαιπώρου σχεδὸν
ἤδη νομίζων ἐκτετοξεῦσθαι βίον,
35τὸν δ᾽ υἱόν, ὅσπερ ὢν μόνος μοι τυγχάνει,
πευσόμενος εἰ χρὴ μεταβαλόντα τοὺς τρόπους
εἶναι πανοῦργον, ἄδικον, ὑγιὲς μηδὲ ἕν,
ὡς τῷ βίῳ τοῦτ᾽ αὐτὸ νομίσας ξυμφέρειν.
ΚΑ. «τί δῆτα Φοῖβος ἔλακεν ἐκ τῶν στεμμάτων;»
40ΧΡ. πεύσει. σαφῶς γὰρ ὁ θεὸς εἶπέ μοι ταδί·
ὅτῳ ξυναντήσαιμι πρῶτον ἐξιών,
ἐκέλευε τούτου μὴ μεθίεσθαί μ᾽ ἔτι,
πείθειν δ᾽ ἐμαυτῷ ξυνακολουθεῖν οἴκαδε.
ΚΑ. καὶ τῷ ξυναντᾷς δῆτα πρώτῳ; ΧΡ. τουτῳί.
45ΚΑ. εἶτ᾽ οὐ ξυνίης τὴν ἐπίνοιαν τοῦ θεοῦ
φράζουσαν, ὦ σκαιότατέ, σοι σαφέστατα
ἀσκεῖν τὸν υἱὸν τὸν ἐπιχώριον τρόπον;
ΧΡ. τῷ τοῦτο κρίνεις; ΚΑ. δῆλον ὁτιὴ καὶ τυφλῷ
γνῶναι δοκεῖ τοῦθ᾽, ὡς σφόδρ᾽ ἐστὶ συμφέρον
50τὸ μηδὲν ἀσκεῖν ὑγιὲς ἐν τῷ νῦν γένει.
ΧΡ. οὐκ ἔσθ᾽ ὅπως ὁ χρησμὸς εἰς τοῦτο ῥέπει,
ἀλλ᾽ εἰς ἕτερόν τι μεῖζον. ἢν δ᾽ ἡμῖν φράσῃ
ὅστις ποτ᾽ ἐστὶν οὑτοσὶ καὶ τοῦ χάριν
καὶ τοῦ δεόμενος ἦλθε μετὰ νῷν ἐνθαδί,
55πυθοίμεθ᾽ ἂν τὸν χρησμὸν ἡμῶν ὅ τι νοεῖ.


ΧΡΕ. Δε σου το κρύβω. Απ᾽ όλους μου τους σκλάβους
ο πιο πιστός και κλέφταρος εσύ ᾽σαι.
Αν κι ήμουν θεοφοβούμενος και δίκαιος,
είχα φτώχειες και δυστυχίες ως τώρα.
ΚΑΡ. Το ξέρω. ΧΡΕ. Και πλουτίζαν οι αγιογδύτες30
ρήτορες, συκοφάντες, παλιανθρώποι.
ΚΑΡ. Έτσ᾽ είναι! ΧΡΕ. Το λοιπόν πήγα κι εγώ
στο μαντείο να ρωτήσω, όχι για μένα,
τι τα ψωμιά μου τα ᾽χω φαγωμένα,
παρά για τον υγιό μου το μονάκριβο,
αν πρέπει αυτός ν᾽ αλλάξει ταχτική
κι άδικος να γενεί και κατεργάρος
δίχως ιερό, μήδ᾽ όσιο, τι νομίζω
πως οι τέτοιοι προκόβουν στη ζωή.
ΚΑΡ. Και τί λοιπόν σου λάλησεν ο Φοίβος
απ᾽ το στεφανωμένο του τριπόδι;
ΧΡΕ. Άκου να ιδείς. Μου μίλησε σταράτα:40
αυτόν που θ᾽ ανταμώσω πρωτοβγαίνοντας
απ᾽ το μαντείο, να τονε πάρω πίσω
και ρούπι πια να μην τον παρατήσω,
μα να τον καταφέρω με τα λόγια
νά ᾽ρθει μαζί μου σπίτι. ΚΑΡ. Και λοιπόν;
Ποιόνε πρώτον αντάμωσες; ΧΡΕ. Ετούτον!
ΚΑΡ. Δεν κατάλαβες τί εννοούσε ο Φοίβος,
χοντροκέφαλε; Καθαρά σου το ᾽πε
να μορφώσεις το γιο σου με τα ντόπια
τα συνήθεια. ΧΡΕ. Και πώς το συμπεραίνεις;
ΚΑΡ. Γιατί κι ένας στραβός το νιώθει ακόμα,
πως μόνο αυτό φελά στην εποχή μας:
να μην έχει κανείς ιερό και όσιο.50
ΧΡΕ. Δεν έχει αυτό το νόημα ο χρησμός,
μα κάτι σοβαρότερο. Αν μας πει
τούτος εδώ ποιός είναι και τί θέλει,
που ᾽ρθε μαζί μας ως εδώ. Μπορεί
να μάθουμε το τί εννοεί ο χρησμός.